17
Απρ.
09

O «αληθής λόγος» του Κέλσου – μέρος γ’ (τελευταίο)

(Συνέχεια απ’ το δεύτερο μέρος)
ΑκαδημίαΗ ιδέα ενός θεού που επεμβαίνει για να διορθώσει τον κόσμο είναι εντελώς παράλογη για τον Κέλσο:
Τα καλά και τα κακά ούτε πληθαίνουν ούτε λιγοστεύουν, και ο θεός δεν χρειάζεται να διορθώσει τον κόσμο -δηλαδή να του προσθέσει βελτιώσεις, θαρρείς κι είναι άνθρωπος που σκάρωσε από την αρχή ένα κακότεχνο έργο και τώρα πάει να το επιδιορθώσει- εξαγνίζοντας τον με το πυρ ή με κατακλυσμούς. Όσο για το τι είναι κακό και τι όχι, ας μην είμαστε και τόσο σίγουροι. Κι αν ακόμα κάτι σου φαίνεται κακό, δεν είναι ξεκάθαρο αν είναι όντως κακό· δεν μπορείς πάντα να ξέρεις αν πραγματικά είναι ή όχι προς όφελος είτε δικό σου είτε κάποιου άλλου είτε του συνόλου.

Ακολουθεί ένα πολύ σημαντικό μέρος το οποίο αντιτίθεται στην ιουδαιο-χριστιανική ανθρωποκεντρική εικόνα του κόσμου που θέλει τα πάντα στο σύμπαν να φτιάχνονται για τον άνθρωπο.
Ισχυρίζονται (οι Χριστιανοί) ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν από το θεό για χάρη του ανθρώπου, ενώ εμείς υποστηρίζουμε ότι δεν έγιναν και δεν γίνονται, ούτε για χάρη των ανθρώπων ούτε για χάρη των ζώων. Και ούτε είναι έργα θεού οι βροντές κι οι αστραπές κι οι βροχές. Ακόμα κι αν δεχόταν κανείς ότι αυτά τα φαινόμενα είναι έργο του θεού, γιατί θα ’ πρεπε να βρέχει για χάρη του ανθρώπου (για να μπορεί δηλαδή ο άνθρωπος να έχει τροφή), κι όχι για χάρη των δέντρων ή των αγκαθιών ή των χόρτων. Κι αν πεις ότι κι αυτά μόνο για χάρη του ανθρώπου φυτρώνουν, τότε γιατί όχι μόνο για χάρη των άγριων ζώων; Στο κάτω κάτω εμείς, με τόσους κόπους και επίμονη δουλειά, μόλις που καταφέρνουμε να τρεφόμαστε, ενώ αυτά ούτε να οργώνουν χρειάζεται ούτε να σπέρνουν. Και σ’ όποιον θα μου θύμιζε τη φράση του Ευριπίδη, κι ο ήλιος κι η νύχτα τους θνητούς υπηρετούν θα ρωτούσα, γιατί ντε και καλά εμάς κι όχι τα μυρμήγκια και τις μύγες; Αφού και γι’ αυτά, η νύχτα είναι για ν’ αναπαύονται κι η μέρα για να βλέπουν και να κάνουν. Και σ’ όποιον πει ότι είμαστε άρχοντες των ζώων, μιας και τα κυνηγούμε και μετά τα καταβροχθίζουμε, θα ρωτήσω: τι αποκλείει, εμείς να έχουμε γίνει για χάρη αυτών, αφού κι εκείνα μας κυνηγάνε και μας τρώνε; και μάλιστα, εμείς για να τα πιάνουμε χρειαζόμαστε όπλα και δίχτυα και σκυλιά, χώρια που πρέπει να μαζευόμαστε πολλοί. Ενώ εκείνα τα προίκισε η φύση με δικά τους όπλα, κι έτσι ως προς αυτό είμαστε εμείς υποδεέστεροι, θα μου πείτε, ο θεός μας έδωσε μυαλό, ώστε να μπορούμε να πιάνουμε και να κακομεταχειριζόμαστε τα άγρια θηρία· εδώ θα απαντήσω ότι επί τόσα χρόνια, προτού εμφανιστούν οι πόλεις κι οι τέχνες κι οι επικοινωνίες και τα όπλα και τα δίχτυα, οι άνθρωποι αρπάζονταν και καταβροχθίζονταν από τ’ άγρια θηρία· σπανιότατα συνέβαινε το αντίστροφο. Άρα εδώ θα λέγαμε πως ο θεός τους ανθρώπους τους είχε μάλλον υποταγμένους στα άγρια ζώα. Μα, θα μου πείτε, οι άνθρωποι είναι ανώτεροι από τα ζώα, διότι ζούνε σε πόλεις και έχουν κράτη και αξιώματα και εξουσίες. Ε, λοιπόν, σιγά το πράμα. Και τα μυρμήγκια κι οι μέλισσες το ίδιο. Οι μέλισσες -τουλάχιστον αυτές- έχουν αρχηγό, διαβαθμίσεις, περίθαλψη, κάνουν πολέμους, εξοντώνουν τους ηττημένους, χτίζουν πόλεις, ακόμα και προάστια, αλλάζουν βάρδιες στη δουλειά, τιμωρούν τους τεμπέληδες -τους κηφήνες τουλάχιστον, που τους απελαύνουν. Τα μυρμήγκια από τους αποθηκευμένους σπόρους κόβουν τα φύτρα για να μη βλαστήσουν, έτσι ώστε να τους μείνουν για ένα χρόνο. Επίσης, τα νεκρά μυρμήγκια τα αποθέτουν σε έναν τόπο που έχουν ξεχωρίσει ειδικά για αυτό το σκοπό· κι ο τόπος αυτός είναι για αυτά κάτι ανάλογο με τα δικά μας πάτρια μνήματα. Επίσης όταν συναντιούνται, έχουν τρόπο να συνεννοούνται μεταξύ τους και να μη χάνουν το δρόμο τους· χρησιμοποιούν φυσικά δική τους γλώσσα, έχουν δική τους κοινή λογική και νοήματα και συλλογικούς σκοπούς και σημαινόμενα.
Για πείτε μου τώρα, αν κάποιος από ψηλά από τον ουρανό ρίξει μια ματιά στη γη, ποιες μεγάλες διαφορές νομίζετε ότι θα βρει ανάμεσα στα δρώμενα τα δικά μας και των μελισσών και των μυρμηγκιών;

(…)Βλέπουμε λοιπόν ότι δεν δημιουργήθηκαν τα πάντα για χάρη του ανθρώπου, όπως δεν δημιουργήθηκαν για χάρη του λιονταριού ή του αετού ή του δελφινιού: ο κόσμος δημιουργήθηκε από το θεό κατά τρόπο ώστε όλα τα μέρη του να συμβάλλουν στην ολοκλήρωση και την τελειότητα του. Τα πάντα έχουν υπολογιστεί ώστε να εξυπηρετούν, όχι το ένα το άλλο, αλλά το όλον και ο θεός για αυτό ενδιαφέρεται, κι έτσι το όλον δεν το εγκαταλείπει η πρόνοια και δεν εξελίσσεται προς το χειρότερο, ούτε ο θεός αποφασίζει ύστερα από κάποια χρονική περίοδο απραξίας να το στρέψει προς στον εαυτό του, ούτε και εξοργίζεται με τους ανθρώπους, όπως δεν εξοργίζεται με τους πιθήκους ή τα ποντίκια. Ούτε απειλές εκτοξεύει εναντίον τους· γιατί το κάθε τι στον κόσμο κατέχει τη θέση που του αναλογεί.

Για τις ιδέες της δευτέρας παρουσίας, της κρίσης και της ανάστασης των νεκρών ο Κέλσος γράφει:
Ακόμη, είναι ανόητο να πιστεύουν ότι όταν ο θεός θα ρίξει φωτιά -θαρρείς κι είναι κανένας μάγειρας- τότε όλο το υπόλοιπο ανθρώπινο γένος θα κατακαεί και μόνο αυτοί θα απομείνουν, όχι μόνο οι ζωντανοί αλλά κι οι πεθαμένοι από καιρό που θα έχουν βγει από τη γη με κείνες τις ίδιες τους τις σάρκες -μια ελπίδα που πραγματικά ταιριάζει σε σκουλήκια. Γιατί ποια ανθρώπινη ψυχή θα μπορούσε ακόμα να ποθεί ένα σώμα σαπισμένο; Αφού ακόμα κι από τους Χριστιανούς μερικοί, δεν ασπάζονται τούτο το δόγμα, χώρια που τους είναι αδύνατο αλλά και αηδιαστικό να επιχειρηματολογούν και να δικαιολογούν την απίστευτη αυτή χυδαιότητα. Ποιο σώμα, αλλοιωμένο εντελώς, μπορεί να επανέλθει στην αρχική του φυσική κατάσταση και στην ίδια εκείνη σύσταση; Μη μπορώντας να απαντήσουν τίποτα, καταφεύγουν στην πιο παράλογη υπεκφυγή, λέγοντας ότι ο θεός όλα τα μπορεί.

Ο παραλογισμός της έννοιας του «διαβόλου» κατά τον Κέλσο:
Ένας Αιγύπτιος μουσικός ονόματι Διόνυσος, μια εποχή που κάναμε παρέα, μιλώντας για τη μαγεία, μου είπε ότι αυτή μπορεί να έχει επίδραση πάνω στους αμόρφωτους και τους ηθικά διεφθαρμένους, ενώ τους φιλοσοφημένους ανθρώπους δεν έχει τη δύναμη να τους αγγίξει γιατί φροντίζουν ώστε ο τρόπος ζωής τους να είναι πνευματικά υγιής. Οι Χριστιανοί, κολυμπώντας μέσα σε μέγιστη αμάθεια και μη μπορώντας να συλλάβουν τα θεία αινίγματα, κοντά στα άλλα είχαν την ασέβεια να κατασκευάσουν κάποιον αντίπαλο του θεού, που τον ονομάζουν Διάβολο ή Σατανά στα εβραϊκά. Είναι βέβαια λογική ολωσδιόλου ανθρώπινη και θνητή και καθόλου συγχωρητέα, το να ισχυρίζεσαι ότι ο μέγιστος θεός, παρ’ όλο που θέλει σε κάτι να ωφελήσει τους ανθρώπους, δεν μπορεί επειδή του κάνει αντίπραξη ο αντίπαλος. Και ως εκ τούτου ο γιος του θεού νικιέται από το διάβολο κι υποφέροντας από δαύτον, διδάσκει και εμάς να περιφρονούμε τα μαρτύρια που μας προκαλεί ο διάβολος, και επί πλέον μας προειδοποιεί ότι ο Σατανάς εμφανιζόμενος κι αυτός με τον ίδιο τρόπο θα παρουσιάσει μεγάλα και θαυμαστά έργα, σφετεριζόμενος τη δόξα του θεού. Τα έργα αυτά δεν θα πρέπει, λέει, να παραπλανήσουν όσους έχουν την προδιάθεση να παρασυρθούν, παρά θα πρέπει μόνο σ’ εκείνον να πιστεύουν και σε κανέναν άλλον. Αυτά, ολοφάνερα, είναι λόγια ανθρώπου απατεώνα που εργάζεται για το προσωπικό του όφελος και παίρνει τα μέτρα του ενάντια στους διαφωνούντες και σ’ αυτούς που πάνε να του φάνε τη δουλειά.

Απ’ την κριτική του Κέλσου κατά του χριστιανισμού δε θα μπορούσε να απουσιάζει η περίφημη κοσμογονία της Παλαιάς Διαθήκης:
Εκείνη πάλι η διαίρεση της κοσμογονίας σε ημέρες προτού ακόμα υπάρξουν ημέρες είναι άκρως ηλίθια. Χωρίς να ’ χει δημιουργηθεί ουρανός, χωρίς να έχει στερεωθεί η γη, χωρίς ακόμη να την έχει επισκεφτεί ο ήλιος, πώς υπήρχαν ημέρες; Κι ακόμη, με βάση τα προηγούμενα ας σκεφτούμε σοβαρά: δεν θα ήταν παράλογο, ο πρώτος και μέγιστος θεός να δίνει διαταγές να γίνει ετούτο, να γίνει εκείνο, να γίνει τ’ άλλο, και τη μια μέρα τόσα να χτίζει και τη δεύτερη άλλα τόσα όπως και την τρίτη, την τέταρτη, την πέμπτη και την έκτη; Κι ύστερα απ’ αυτά, να εμφανίζεται σαν ταλαίπωρος χειρώνακτας που απόκαμε κι έχει ανάγκη από ανάπαυση. Όμως δεν είναι σωστό, ο πρώτος θεός να κουράζεται ούτε να εργάζεται ούτε να δίνει προσταγές. Ούτε στόμα έχει ούτε μιλιά. Άλλα γνωρίσματα έχει ο θεός, διαφορετικά από οτιδήποτε έχουμε υπ’ όψη μας εμείς οι άνθρωποι.

Οι αντιφάσεις Παλαιάς και Καινής διαθήκης είναι ένα ζήτημα που προβληματίζει μέχρι και σήμερα τους χριστιανούς απολογητές. Ο Κέλσος τις επισημαίνει ήδη απ’ το 178 μ.Χ.. Πώς μπορεί ο Θεός να αλλάζει γνώμη λες κι έκανε λάθος, αναρωτιέται ο Κέλσος.
Εκείνο πάλι δεν θα το συλλογιστούν ποτέ; Αν οι Ιουδαίοι προφήτες είπαν πως ετούτος θα ’ ταν παιδί του θεού, πώς είναι δυνατό, από τη μια ο θεός μέσω του Μωυσή να ορίζει δια νόμου να πλουτίζουν οι Ιουδαίοι και να εξουσιάζουν και να γεμίσουν ασφυκτικά τη γη και να κατακρεουργούν όλους τους εχθρούς και να κάνουν γενοκτονίες όπως κάνει κι ο ίδιος μπροστά στα μάτια των Ιουδαίων, που λέει κι ο Μωυσής, και αν δεν υπακούσουν τους απειλεί ρητά ότι θα τους κάνει τα ίδια· κι από την άλλη ο γιος του, ο «Ναζωραίος», να νομοθετεί τα αντίθετα: ότι δεν υπάρχει οδός προς τον πατέρα για όποιον είναι πλούσιος ή για όποιον αγαπάει την εξουσία ή για όποιον κυνηγάει την σοφία και τη δόξα, και ότι οι άνθρωποι δεν πρέπει να εφοδιάζονται και να αποταμιεύουν περισσότερο απ’ ό,τι «οι κόρακες» και ότι δεν πρέπει να φροντίζουν για την ενδυμασία τους περισσότερο απ’ ό,τι «τα κρίνα», και σ’ αυτόν που τους βάρεσε μια φορά να δίνουν την ευκαιρία να τους βαρέσει άλλη μία; Ποιος από τους δυο λέει ψέματα, ο Μωυσής ή ο Ιησούς; Ή μήπως ξέχασε ο θεός τι είχε διατάξει τον Μωυσή, όταν έστελνε στη γη τον Ιησού; Ή μήπως καταδίκασε τους ίδιους τους νόμους του και μετανιωμένος έστειλε τον άγγελο να διαμηνύσει τα αντίθετα;

Ο Κέλσος αναφέρεται στην έντονη αντίδραση των χριστιανών κατά των αγαλμάτων. Ήταν άραγε οι αρχαίοι «ειδωλολάτρες»; Ή τουλάχιστον, ήταν περισσότερο ειδωλολάτρες απ’ τους σημερινούς χριστιανούς;
(…)Ο Ηράκλειτος, χωρίς βέβαια να το εκφράζει άμεσα, αφήνει να εννοηθεί ότι είναι ηλίθιο το να προσεύχεσαι «στα αγάλματα», αν δεν έχεις ιδέα «τι είναι οι θεοί και τι οι ήρωες». Ετούτοι όμως καταφρονούν ανοιχτά τα αγάλματα. Αν πιστεύουν ότι δεν θα μπορούσε να είναι θεός η πέτρα ή το ξύλο ή ο χαλκός ή ο χρυσός τον οποίο δούλεψε ο τάδε ή ο δείνα, η σοφία τους είναι αστεία. Γιατί ποιος άλλος -αν βέβαια δεν είναι τελείως βλάκας- νομίζει ότι αυτά είναι θεοί και όχι αφιερώματα στους θεούς και αναθήματα με τη μορφή τους; Αν όμως πιστεύουν ότι δεν μπορούμε να συλλάβουμε την εικόνα του θεού επειδή ο θεός έχει άλλη (μη ανθρώπινη) μορφή, όπως πιστεύουν κι οι Πέρσες, τους διαφεύγει ότι αντιφάσκουν όταν λένε ότι «ο θεός δημιούργησε τον άνθρωπο» ως «εικόνα» του και ως προς τη μορφή τον έπλασε όμοιο με τον εαυτό του. Θα το παραδεχτούν βέβαια ότι τα αγάλματα υπάρχουν για να τιμούνται κάποιοι -είτε όμοιοι είτε διαφορετικοί στην όψη- αλλά, θα πουν, δεν είναι θεοί αυτοί στους οποίους αφιερώνονται τα αγάλματα, παρά δαίμονες. Κι όποιος λατρεύει το θεό δεν πρέπει να τιμά τους δαίμονες.

Εδώ τελειώνει η συνοπτική παρουσίαση του έργου του Κέλσου. Αξίζει να διαβάσετε το πλήρες έργο. Τα αποσπάσματα είναι απ’ το βιβλίο «Αληθής Λόγος» Κέλσου, απ’ τις εκδόσεις «Θύραθεν». Υπάρχει και μία έκδοση του έργου απ’ τις εκδόσεις «Κάκτος» ωστόσο τα λεγόμενα του Κέλσου είναι σε πλάγια μορφή όπως τα παρέθεσε ο Ωριγένης και η ανάγνωση και κατανόηση του έργου είναι πιο δύσκολη.

Advertisements

13 Responses to “O «αληθής λόγος» του Κέλσου – μέρος γ’ (τελευταίο)”


  1. Απρίλιος 17, 2009 στο 6:44 μμ

    Επειδή το χώρισες δηλαδή σε τρία μέρη, πρέπει να σου δώσω τρία ευρώ;
    Άντε, να περνάς καλά και ό,τι εσύ επιθυμείς!

  2. Απρίλιος 17, 2009 στο 6:48 μμ

    Θέλω να πω, ότι αν σου δίνω 1 ευρώ για κάθε καλή σου ανάρτηση, πρέπει να σε κάνω πλούσιο, αν κάνεις τέτοιες αναρτήσεις!

  3. Απρίλιος 17, 2009 στο 8:00 μμ

    Χαχα! Χαίρομαι που σου άρεσαν!

  4. Απρίλιος 21, 2009 στο 11:09 πμ

    Πολύ ωραίες αναρτήσεις!! Keep on! Άθεε βλέπω μοιράζεις ευρώ δεξιά και αριστερά.. Μα ποιός είσαι;; Ο Ωνάσης; 🙂

  5. 5 Natha
    Απρίλιος 23, 2009 στο 7:55 μμ

    xmm 178p.x. exei endiaferon poso logika skeftetai enas anthropos 1850 xronia prin. Einai polla ta xronia gia na min exoun proxorisei katholou kapoioi «pneumatika» h akomi xeirotera na nai toso pio pisw (oso polloi pou kseroume:p ) tespa xristos anesti (lol pws ta leme auta …2009 exoume gmt)

  6. 6 ΘΒ
    Απρίλιος 24, 2009 στο 10:49 πμ

    «Η πλάνη πάντα αυτοκαταστρέφεται και, παρόλο που δεν το θέλει, στηρίζει σε όλα την αλήθεια. Πρόσεξε: Έπρεπε να αποδειχθεί ότι ο Χριστός πέθανε και τάφηκε και αναστήθηκε. Ε, λοιπόν όλα αυτά τα κατοχυρώνουν οι ίδιοι οι εχθροί τού Χριστού οι Εβραίοι! Εφ’ όσον έφραξαν με τον βράχο και σφράγισαν και φρούρησαν τον τάφο, δεν ήταν δυνατό να γίνει καμιά κλοπή. Αφού όμως δεν έγινε κλοπή και εν τούτοις ο τάφος βρέθηκε άδειος, είναι ολοφάνερο και αναντίρρητο ότι αναστήθηκε. Είδες πως και μη θέλοντας στηρίζουν την αλήθεια;
    Αλλά πότε θα έκλεβαν οι μαθηταί; Το Σάββατο; Μα αφού δεν επιτρεπόταν από τον νόμο να κυκλοφορήσουν. Κι αν υποθέσουμε ότι παραβίαζαν τον νόμο του Θεού, πως θα τολμούσαν αυτοί οι τόσο δειλοί να βγούν έξω απ’ το σπίτι; Και με ποιό θάρρος θα ριψοκινδύνευαν για ένα νεκρό; Προσμένοντας ποιάν ανταπόδοση; Ποιάν αμοιβή;
    Και στ’ αλήθεια, που στηρίζονταν; Στη δεινότητα του λόγου τους; Αλλά ήταν απ’ όλους αμαθέστεροι. Στα πολλά τους πλούτη; Αλλά δεν είχαν ούτε ραβδί ούτε υποδήματα. Μήπως στην ένδοξη καταγωγή τους; Αλλά ήταν οι ασημότεροι του κόσμου. Μήπως στο πλήθος τους; Αλλά δεν ξεπερνούσαν τους ένδεκα, που κι αυτοί σκόρπισαν.
    Αν ο κορυφαίος τους φοβήθηκε τον λόγο μιάς γυναίκας θυρωρού κι όλοι οι άλλοι, όταν είδαν τον Διδάσκαλό τους δεμένο, σκόρπισαν και διαλύθηκαν, πώς θα τους περνούσε κάν , από τον νού να τρέξουν στα πέρατα της οικουμένης και να φυτέψουν πλαστό κήρυγμα αναστάσεως; Αφού φοβήθηκαν τη γυναικεία απειλή και τη θέα μόνο των δεσμών, πώς θα μπορούσαν να τα βάλλουν με βασιλείς και άρχοντες και λαούς, όπου ξίφη και τηγάνια και καμίνια και μύριοι θάνατοι κάθε μέρα, αν δεν είχαν απολαύσει και οικειοποιηθεί τη δύναμη και την έλξη του Αναστάντος;
    Αλλά γι’ αυτό πρέπει να επανέλθουμε. Ας ξαναρωτήσουμε όμως τώρα τους Εβραίους: Πώς έκλεψαν το σώμα του Χριστού οι μαθηταί, ω ανόητοι; Επειδή η αλήθεια είναι λαμπρή και ολοφάνερη, το ιουδαϊκό ψέμα δεν μπορεί ούτε σαν σκιά να σταθεί. Πώς θα το έκλεβαν, πές μου; Μήπως δεν ήταν σφραγισμένος ο τάφος; Δεν τον έζωσαν τόσοι φρουροί και στρατιώτες και Ιουδαίοι, που είχαν την υποψία και αγρυπνούσαν;
    Μα και για ποιό λόγο θα το έκλεβαν; Για να πλάσουν το δόγμα της Αναστάσεως; Και πώς τους ήρθε να πλάσουν κάτι τέτοιο αυτοί οι δειλοί; Και πώς κύλησαν τον ασφαλισμένο βράχο; Πώς ξέφυγαν από τόσους άγρυπνους κι άγριους φρουρούς;
    Πρόσεξε όμως πως με όσα κάνουν οι Εβραίοι πιάνονται πάντα από τα ίδια τους τα δίχτυα. Να, αν δεν πήγαιναν στον Πιλάτο κι αν δεν ζητούσαν την κουστωδία, πιο εύκολα θα μπορούσαν να λένε τέτοια ψεύδη οι αδιάντροποι. Μα τώρα όχι. (Υπήρχε η κουστωδία. Κανείς δεν μπορούσε να γλιτώσει απ’ την άγρυπνη προσοχή της κι απ’ τα ξίφη της). Κι έπειτα γιατί να μη κλέψουν το σώμα νωρίτερα; Ασφαλώς αν είχαν σκοπό να κάνουν κάτι τέτοιο, θα το έκαναν όταν δεν εφρουρείτο ο τάφος, τότε που ήταν ακίνδυνον και σίγουρο, δηλ. την πρώτη νύχτα, γιατί το Σάββατο πήγαν οι Εβραίοι στον Πιλάτο και ζήτησαν την κουστωδία και φρούρησαν τον τάφο, ενώ την πρώτη νύχτα δεν ήταν κανένας εκεί. (Ματθ.κζ΄62).
    Και τι γυρεύουν στο έδαφος τα σουδάρια τα ποτισμένα με τη σμύρνα, που βρήκαν τυλιγμένα ο Πέτρος και οι άλλοι απόστολοι; Είχε πάει πρώτη η Μαγδαληνή Μαρία. Κι όταν γύρισε και ανήγγειλε τα θαυμαστά συμβάντα στους αποστόλους, εκείνοι χωρίς καθυστέρηση τρέχουν αμέσως στο μνημείο και βλέπουν κάτω τα οθόνια. Αυτό ήταν σημείο Αναστάσεως. Γιατί αν ήθελαν κάποιοι να τον κλέψουν, δεν θα τον έκλεβαν γυμνό. Αυτό θα ήταν όχι μόνο ατιμωτικό αλλά και ανόητο. Δεν θα κοίταζαν να ξεκολλήσουν τα σουδάρια, να τα τυλίξουν με επιμέλεια και να τα βάλουν τακτοποιημένα σ’ ένα μέρος. Αλλά τι θα έκαναν; Θ’ άρπαζαν όπως-όπως το σώμα και θα έφευγαν γρήγορα. (Λουκ. κδ’12).
    Γι’ αυτό άλλωστε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης είπε ότι τον έθαψαν με πολλή σμύρνα που κολλάει τα οθόνια πάνω στο σώμα, όπως το μολύβι τα μέταλλα, και δεν ήταν καθόλου εύκολο να ξεκολλήσουν, ώστε όταν ακούσεις ότι τα σουδάρια βρέθηκαν μόνα τους, να μην ανεχθείς εκείνους που λένε ότι εκλάπη. Θα πρέπει να ήταν βέβαια πολύ ηλίθιος ο κλέφτης, ώστε να σπαταλήσει για ένα περιττό πράγμα τόση προσπάθεια. Για ποιο σκοπό θ’ άφηνε τα σουδάρια; Και πώς ήταν δυνατόν να ξεφύγει την ώρα που θα έκανε αυτή την δουλειά; Γιατί ασφαλώς θα δαπανούσε πολύ χρόνο και ήταν φυσικό καθυστερώντας να συλληφθεί επ’ αυτοφώρω.
    Αλλά και τα οθόνια γιατί κοίτονται χωριστά και χωριστά το σουδάριο, τυλιγμένο μάλιστα; Για να βεβαιωθείς ότι δεν ήταν έργο βιαστών ούτε ανήσυχων κλεφτών το να τοποθετήσουν χωριστά εκείνα και χωριστά τούτο τυλιγμένο. Κι από εδώ λοιπόν αποδεικνύεται απίθανη η κλοπή. Άλλωστε και οι ίδιοι οι Εβραίοι τα σκέφθηκαν όλα αυτά και γι’ αυτό έδωσαν χρήματα στους φρουρούς λέγοντας: «Πείτε σείς πως τον έκλεψαν, κι εμείς θα τα κανονίσουμε με τον ηγεμόνα».
    Υποστηρίζοντας ότι οι μαθηταί τον έκλεψαν επικυρώνουν και μ’ αυτό πάλι την Ανάσταση, γιατί έτσι ομολογούν πάντως ότι το σώμα δεν ήταν εκεί. Όταν όμως αυτοί οι ίδιοι βεβαιώνουν ότι το σώμα δεν ήταν εκεί, ενώ από την άλλη μεριά η κλοπή αποδεικνύεται ψευδής και απίθανη από τη σχολαστική φρούρηση και τις σφραγίδες του τάφου και τα οθόνια και το σουδάριο και τη δειλία των μαθητών, αναμφισβήτητα προβάλλει και από τα δικά τους τα λόγια η απόδειξη της Αναστάσεως.
    Ρωτάνε όμως πολλοί: Γιατί μόλις αναστήθηκε να μη φανερωθεί αμέσως στους Ιουδαίους; Αυτός ο λόγος είναι περιττός. Αν υπήρχε ελπίδα να τους ελκύσει στην πίστη, δεν θ’ αμελούσε να φανερωθεί σε όλους. Αλλά ότι δεν υπήρχε τέτοια ελπίδα το απέδειξε η ανάσταση του Λαζάρου: Αν και ήταν ήδη τέσσερις ημέρες νεκρός και είχε αρχίσει να μυρίζει και να σαπίζει, τον ανέστησε μπροστά στα μάτια όλων. Παρά ταύτα, όχι μόνο δεν ελκύσθησαν στην πίστη, αλλά και εξαγριώθηκαν εναντίον του Χριστού, ώστε ήθελαν να σκοτώσουν κι Αυτόν και τον Λάζαρο. (Ιωάν.ιβ΄10-11).
    Αφού λοιπόν άλλον ανέστησε και όχι μόνο δεν πίστεψαν, αλλά και εξαγριώθηκαν εναντίον του, αν ο ίδιος μετά την Ανάστασή του τους φανερωνόταν, δεν θα εξαγριώνονταν πολύ περισσότερο τυφλωμένοι από το μίσος και την απιστία τους;
    Αλλά για να αφοπλίσει τον άπιστο από κάθε αμφιβολία, όχι μόνο σαράντα ολόκληρες ημέρες εμφανιζόταν στους μαθητάς του, και έτρωγε μάλιστα μαζί τους, αλλά παρουσιάσθηκε και σε πάνω από πεντακοσίους αδελφούς, δηλ. σε πλήθος ολόκληρο. Στον Θωμά μάλιστα που δυσπιστούσε, έδειξε τα σημάδια απ’ τα καρφιά και το τραύμα απ’ την λόγχη.
    Και γιατί, λένε, να μην κάνει μετά την Ανάστασή του μεγάλα και εντυπωσιακά θαύματα, αλλά μόνο έφαγε και ήπιε; Γιατί αυτή καθ’ αυτήν η Ανάσταση ήταν το μέγιστο θαύμα, και η πιο ισχυρή απόδειξη της Αναστάσεως ήταν ότι έφαγε και ήπιε.
    Μα για σκέψου, αν οι απόστολοι δεν έβλεπαν τον Χριστό Αναστάντα, πώς τους ήρθε να φαντασθούν ότι θα κυριέψουν την οικουμένη; Μήπως τρελάθηκαν ώστε να νομίζουν ότι θα κατόρθωναν κάτι τέτοιο;
    Αν όμως ήταν στα λογικά τους, όπως έδειξαν και τα πράγματα, πώς, χωρίς αξιόπιστα εχέγγυα από τους ουρανούς και χωρίς θεία δύναμη, πώς, πές μου, θ’ αποφάσιζαν να βγούν σε τόσους πολέμους, να τα βάλλουν με στεριές και θάλασσες και, δώδεκα όλοι κι όλοι, ν’ αγωνισθούν με τόση γενναιότητα για να μεταβάλουν όλης της οικουμένης τα έθνη, που ήταν επί τόσα χρόνια νεκρά απ’ την αμαρτία;
    Και αν ακόμη ήταν ένδοξοι και πλούσιοι και δυνατοί και μορφωμένοι, ούτε τότε θα ήταν λογικό να ξεσηκωθούν για τόσο μεγαλεπήβολα σχέδια. Αλλά επί τέλους θα είχε κάποιο λόγο η προσδοκία τους. Αυτοί όμως είχαν περάσει την ζωή τους άλλοι στις λίμνες, άλλοι κατασκευάζοντας σκηνές κι άλλοι στα τελωνεία. Απ’ αυτά τα επαγγέλματα δεν υπάρχει σχεδόν τίποτε πιο άχρηστο και για φιλοσοφία και για να πείσεις κάποιον να σκέπτεται ανώτερα, όταν μάλιστα δεν έχεις να του επιδείξεις ανάλογο προηγούμενο. Πόσο μάλλον που οι απόστολοι, όχι μόνο δεν είχαν ανάλογα παραδείγματα απ’ το παρελθόν, ότι θα επικρατήσουν, αλλά αντίθετα είχαν παραδείγματα, και μάλιστα πρόσφατα, ότι δεν θα επικρατήσουν.
    Είχαν επιχειρήσει πολλοί να εισαγάγουν καινούργιες διδασκαλίες, αλλά απέτυχαν. Κι όχι με δώδεκα ανθρώπους, μα πολύ πλήθος. Ο Θευδάς και ο Ιούδας π.Χ. έχοντας ολόκληρες μάζες ανθρώπων χάθηκαν μαζί με τους οπαδούς των. (Πράξ.5.36-37).
    Ο φόβος εκείνος θα ήταν αρκετός να τους διδάξει. Αλλά ας υποθέσουμε ότι περίμεναν να κυριαρχήσουν. Με ποιες ελπίδες θα έμπαιναν σε τέτοιους κινδύνους, αν δεν απέβλεπαν στα μέλλοντα αγαθά; Tι κέρδος προσδοκούσαν με το να οδηγήσουν όλους στον μη αναστάντα, καθώς ισχυρίζονται οι εχθροί; Αν τώρα άνθρωποι που πίστεψαν στη βασιλεία των ουρανών και στα αμέτρητα αγαθά δύσκολα δέχονται να κινδυνέψουν, πώς εκείνοι θα υπέμεναν τα πάνδεινα ματαίως η μάλλον για κακό τους; Γιατί αν δεν έγινε η Ανάσταση, που έγινε, κι ο Χριστός δεν ανέβηκε στον ουρανό, τότε προσπαθώντας να τα πλάσουν όλα αυτά και να πείσουν τους άλλους, έμελλαν οπωσδήποτε να προκαλέσουν την οργή του Θεού και να περιμένουν μύριους κεραυνούς απ’ τον ουρανό.
    Άλλωστε κι αν ακόμη είχαν μεγάλη προθυμία όταν ζούσε ο Χριστός, θα έσβηνε μόλις πέθανε. Αν δεν τον έβλεπαν Αναστημένο, τι θα ήταν ικανό να τους βγάλει σ’ εκείνο τον πόλεμο; Αν δεν είχε αναστηθεί, όχι μόνο δεν θα ριψοκινδύνευαν γι’ αυτόν, μα θα τον θεωρούσαν απατεώνα: Τους είχε πει, «μετά τρεις ημέρες θ’ αναστηθώ» και τους υποσχέθηκε τη βασιλεία των ουρανών. Τους είπε αφού λάβουν το Άγιο Πνεύμα θα κυριαρχήσουν στην οικουμένη κι ακόμη τόσα άλλα υπερφυσικά και ουράνια. Αν τίποτε απ’ αυτά δεν γινόταν, όσο κι αν τον πίστευαν ζωντανό, πεθαμένο δεν θα τον υπάκουαν φυσικά, αν δεν τον έβλεπαν Αναστάντα.
    Και με το δίκιο τους, γιατί θα έλεγαν, «μετά τρεις ημέρες», μας είπε, «θ’ αναστηθώ», και δεν αναστήθηκε. Υποσχέθηκε να μας στείλει Πνεύμα Άγιο, και δεν το έστειλε. Πώς λοιπόν να τον πιστέψουμε για τα μέλλοντα, αφού διαψεύδονται τα παρόντα;
    Αλλά για πες μου σε παρακαλώ, για ποιο λόγο, χωρίς ν’ αναστηθεί, κήρυτταν ότι αναστήθηκε; Γιατί, λέει, τον αγαπούσαν. Μα το λογικό θα ήταν να τον μισούν τώρα, επειδή τους εξαπάτησε και τους πρόδωσε. Ενώ τους ξεμυάλισε με χίλιες ελπίδες και τους χώρισε απ’ τα σπίτια τους κι απ’ τους γονείς τους κι απ’ όλα και ξεσήκωσε ολόκληρο το ιουδαϊκό έθνος εναντίον τους, ύστερα τους πρόδωσε. Κι αν μεν ήταν από αδυναμία, θα τον συγχωρούσαν. Τώρα όμως ήταν σωστό κακούργημα: Έπρεπε να τους είχε πει την αλήθεια και όχι να τους υποσχεθεί τον ουρανό, αφού ήταν θνητός.
    Ώστε λοιπόν ήταν φυσικό να κάνουν το εντελώς αντίθετο: Να κηρύττουν την απάτη και να τον λένε απατεώνα και μάγο. Έτσι θα γλίτωναν κι από τους κινδύνους κι από τους πολέμους των αντιπάλων. Όλοι ξέρουν ότι οι Ιουδαίοι αναγκάστηκαν να δωροδοκήσουν τους στρατιώτες, για να πουν ότι έκλεψαν το σώμα, αν λοιπόν πήγαιναν οι ίδιοι οι μαθηταί κι έλεγαν, «Εμείς το κλέψαμε, δεν αναστήθηκε», πόσες τιμές δεν θ’ απολάμβαναν; Ώστε ήταν στο χέρι τους και να τιμηθούν και να στεφανωθούν! Ε, λοιπόν δεν αναρωτιέσαι γιατί ν’ ανταλλάξουν όλα αυτά με τις ατιμίες και τους κινδύνους, αν δεν ήταν μια θεία δύναμη που τους βεβαίωνε, δυνατώτερη απ’ όλα αυτά τα γήινα αγαθά;
    Κι αν με όλα αυτά δεν σε πείσαμε, σκέψου και τούτο: Έστω ότι δεν είχε γίνει η Ανάσταση. Κι αν ακόμη οι απόστολοι ήταν αποφασισμένοι να διδάξουν τον κόσμο, επ’ ουδενί λόγω θα κήρυτταν στο όνομά του. Γιατί είναι γνωστό, πως όλοι μας δεν θέλουμε ούτε τα ονόματα ν’ ακούσουμε, όσων μας εξαπάτησαν. Άλλωστε γιατί θα διατυμπάνιζαν το όνομά του; Ελπίζοντας να επικρατήσουν μ’ αυτό; Μα θα έπρεπε να περιμένουν το αντίθετο, γιατί κι αν έμελλαν να κυριαρχήσουν θα χάνονταν φέρνοντας στη μέση το όνομα ενός απατεώνα.
    Ας θυμηθούμε εξ άλλου ότι η αγάπη των μαθητών προς τον Διδάσκαλο, ενώ ζούσε ακόμη, μαραινόταν σιγά-σιγά απ τον φόβο του επικειμένου μαρτυρίου. Όταν τους προανήγγειλε τα δεινά που θ’ ακολουθούσαν και τον σταυρό, πάγωσαν απ’ τον φόβο τους κι έσβησαν τελείως. Ένας μάλιστα δεν ήθελε ούτε καν να ακολουθήσει στην Ιουδαία, επειδή άκουσε για κινδύνους και για θανάτους. Αν μαζί με τον Χριστό φοβόταν τον θάνατο, χωρίς αυτόν και τους άλλους μαθητάς, μόνος δηλ., πως θ’ αποτολμούσε; (Εννοεί τον απόστολο Θωμά, Ιωάν.11,16).
    Επί πλέον: Πίστευαν ότι θα πεθάνει μεν, αλλά θ’ αναστηθεί κι όμως υπέφεραν τόσο. Αν δεν τον έβλεπαν Αναστημένο, πώς δεν θα εξαφανίζονταν και δε θα ζητούσαν ν’ ανοίξει η γη να τους καταπιεί απ’ την απελπισία τους για την απάτη κι απ’ τη φρίκη για τα επερχόμενα; Θ’ αντιμετώπιζαν τώρα την κατακραυγή για την αδιαντροπιά τους. Τι θα είχαν να πουν; Το πάθος το ήξερε όλος ο κόσμος: Τον κρέμασαν σε ψηλό ικρίωμα, ήταν μέρα μεσημέρι, μέσα στην πρωτεύουσα και στην πιο μεγάλη γιορτή που κανένας δεν ήταν δυνατό ν’ απουσιάζει.
    Την Ανάσταση όμως δεν την είδε κανείς απ’ τους άλλους. Κι αυτό δεν ήταν μικρό εμπόδιο για να τους πείσουν. Πώς λοιπόν θα μπορούσαν να βεβαιώσουν παντού, σε στεριά και σε θάλασσα για την Ανάσταση; Και γιατί, πες μου, αφού σώνει και καλά ήθελαν να το κάνουν αυτό, δεν εγκατέλειπαν την Ιουδαία αμέσως, να πάνε στις ξένες χώρες; Αλλά δεν θαυμάζεις ότι έπεισαν πολλούς και μέσα στην Ιουδαία;
    Είχαν την τόλμη να παρουσιάσουν τα τεκμήρια της Αναστάσεως στους ίδιους τους φονείς, σ’ εκείνους που τον σταύρωσαν και τον έθαψαν, στην ίδια την πόλη όπου αποτολμήθηκε το φοβερό κακούργημα. Ώστε και όλοι οι έξω ν’ αποστομωθούν. Γιατί όταν οι «σταυρώσαντες» γίνονται «πιστεύσαντες», τότε και η παρανομία της σταυρώσεως βεβαιώνεται και λάμπει η απόδειξη της Αναστάσεως.
    Για να ελκύονται όμως τα πλήθη σημαίνει πως οι μαθηταί έκαναν θαύματα. Αν όμως δεν αναστήθηκε και μένει νεκρός, πώς οι απόστολοι θαυματουργούσαν στο όνομά του; Πώς πάλι, αν δεν έκαναν θαύματα, έπειθαν; Και αν μεν έκαναν – και βεβαίως έκαναν – είχαν Θεού δύναμη. Αν όμως δεν έκαναν και εν τούτοις κυριαρχούσαν παντού, θα ήταν ακόμη πιο αξιοθαύμαστο. Θα ήταν το μέγιστο θαύμα, αν χωρίς θαύματα διέσχιζαν και κυρίευαν την οικουμένη δώδεκα φτωχοί και αγράμματοι άνθρωποι.
    Ασφαλώς ούτε με τα πλούτη ούτε με τη σοφία τους επεκράτησαν οι ψαράδες. Ώστε και χωρίς να θέλουν κηρύττουν ότι μέσα τους ενεργούσε η θεία δύναμη της Αναστάσεως. Γιατί είναι τελείως αδύνατο ανθρώπινη δύναμη να κατορθώσει ποτέ τέτοια εκπληκτικά πράγματα.
    Προσέξτε με πολύ εδώ, γιατί αυτά είναι αναμφισβήτητες αποδείξεις της Αναστάσεως. Γι’ αυτό και θα επαναλάβω πάλι: Αν δεν αναστήθηκε, πώς έγιναν αργότερα στο όνομά του μεγαλύτερα θαύματα; Κανείς βέβαια δεν κάνει μετά τον θάνατό του μεγαλύτερα θαύματα απ’ όσα όταν ζούσε. Ενώ εδώ μετά τον θάνατο του Χριστού γίνονται θαύματα μεγαλύτερα και κατά τον τρόπο και κατά τη φύση: Κατά τη φύση ήταν μεγαλύτερα, γιατί ποτέ η σκιά του Χριστού δεν θαυματούργησε. Ενώ οι σκιές των αποστόλων έκαναν πολλά θαύματα. Κατά τον τρόπο πάλι ήταν μεγαλύτερα, επειδή τότε μεν ο ίδιος ο Κύριος πρόσταζε και θαυματουργούσε. Μετά την Σταύρωση όμως και την Ανάστασή του οι δούλοι του επικαλούμενοι απλώς το σεβάσμιο και άγιο όνομά του μεγαλύτερα και εκπληκτικότερα επιτελούσαν. Έτσι δοξαζόταν κι ακτινοβολούσε πιο πολύ η δύναμή του.
    Γι’ αυτό οι άγιοι Πατέρες όρισαν να διαβάζονται αμέσως μετά τον σταυρό και την Ανάστασή του, οι «Πράξεις» που περιγράφουν τα θαύματα των αποστόλων και κατ’ εξοχήν επικυρώνουν την Ανάσταση, για να έχουμε σαφή και αναμφισβήτητη της Αναστάσεως την απόδειξη: Δεν τον είδες Αναστάντα με τα μάτια του σώματος; Αλλά τον βλέπεις με τα μάτια της πίστεως. Δεν τον είδες με τα «όμματα» τούτα; Θα τον δεις με τα θαύματα εκείνα. Των θαυμάτων η επίδειξη σε χειραγωγεί στης Αναστάσεως την απόδειξη.
    Θέλεις όμως να δεις και τώρα θαύματα; Θα σου δείξω. Και μάλιστα πιο μεγάλα απ’ τα προηγούμενα: Όχι ένα τυφλό να ξαναβλέπει, αλλά τη γη ολόκληρη να εγκαταλείπει το σκοτάδι της πλάνης.
    Μεγίστη απόδειξη της Αναστάσεως είναι ότι ο Σφαγιασμένος Χριστός έδειξε μετά τον θάνατο τόση δύναμη, ώστε έπεισε τους ζωντανούς να περιφρονήσουν και πατρίδα και σπίτι και φίλους και συγγενείς και την ίδια την ζωή τους για χάρη του και να προτιμήσουν μαστιγώσεις και κινδύνους και θάνατο. Αυτά δεν είναι κατορθώματα νεκρού κλεισμένου στον τάφο, αλλά αναστημένου και ζωντανού.
    Πρόσεξε παρακαλώ: Οι απόστολοι, όταν μεν ζούσε ο Διδάσκαλος, από τον φόβο τους τον πρόδωσαν κι εξαφανίσθηκαν όλοι. Ο Πέτρος μάλιστα τον αρνήθηκε με όρκο τρεις φορές. Όταν όμως πέθανε ο Χριστός, αυτός που αρνήθηκε τρεις φορές και πανικοβλήθηκε μπροστά σε μιαν υπηρετριούλα, τόσο απότομα άλλαξε, ώστε ν’ αψηφήσει ολόκληρο λαό και μεσ’ στη μέση του Ιουδαϊκού όχλου να διακηρύξει ότι ο σταυρωθείς και ταφείς αναστήθηκε εκ νεκρών την τρίτη ημέρα και ότι ανέβηκε στα ουράνια. Και τα κήρυξε αυτά χωρίς να υπολογίσει τη φοβερή μανία των εχθρών και τις συνέπειες.
    Πού βρήκε αυτό το θάρρος; Πού αλλού παρά στην Ανάσταση!.. Τον είδε και συνομίλησε μαζί του και άκουσε για τα μέλλοντα αγαθά, κι έτσι έλαβε δύναμη να πεθάνει γι’ Αυτόν και να σταυρωθεί με την κεφαλή προς τα κάτω.
    Το εξόχως σπουδαίο είναι ότι όχι μόνο ο Πέτρος και ο Παύλος και οι λοιποί απόστολοι, αλλά και ο Ιγνάτιος, που ούτε καν τον είδε ούτε απόλαυσε την συντροφιά του, έδειξε τόση προθυμία για χάρη του, ώστε γι’ Αυτόν πρόσφερε θυσία τη ζωή του.
    Και μόνο ο Ιγνάτιος και οι απόστολοι; Και γυναίκες καταφρονούν τον θάνατο, που πριν αναστηθεί ο χριστός, ήταν φοβερός και φρικώδης ακόμη και σε άνδρες και μάλιστα αγίους.
    Ποιος τους έπεισε όλους αυτούς να περιφρονήσουν την παρούσα ζωή; Φυσικά δεν είναι κατόρθωμα ανθρώπινης δυνάμεως να πεισθούν τόσες μυριάδες, όχι μόνο ανδρών, αλλά και γυναικών και παρθένων και μικρών παιδιών, να πεισθούν να θυσιάσουν την παρούσα ζωή, να τα βάλουν με θηρία, να περιγελάσουν τη φωτιά, να καταπατήσουν κάθε είδους τιμωρίας και να σπεύσουν προς τη μέλλουσα ζωή!
    Και ποιος, παρακαλώ, τα κατόρθωσε όλ’ αυτά; Ο νεκρός; Αλλά τόσοι νεκροί υπήρξαν και κανένας δεν έκανε τέτοια πράγματα. Μήπως ήταν μάγος και αγύρτης; Πλήθος μάγοι και αγύρτες και πλάνοι πέρασαν, αλλά ξεχάστηκαν όλοι, χωρίς ν’ αφήσουν το παραμικρό ίχνος, μαζί με τη ζωή τους έσβησαν και οι μαγγανείες τους. Η φήμη όμως και η δόξα και οι πιστοί τού Χριστού κάθε μέρα αυξάνουν και απλώνονται σ’ όλη την οικουμένη. »

    Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

    Noμίζω ότι θα έπρεπε να υπάρχει και μιά παραπομπή στις απαντήσεις τού Ωριγένη, ώστε ο αναγνώστης να έχει πλήρη εικόνα.
    Τις απαντήσεις δεν τις βρήκα,αλλά το κείμενο του Χρυσοστόμου θεωρώ πως απαντά ικανοποιητικά σε κάποια από τα φερόμενα ως λεγόμενα του Κέλσου.

  7. Απρίλιος 24, 2009 στο 10:06 μμ

    @Natha
    Κι εμένα αυτό με εντυπωσιάζει. Η καθαρότητα της σκέψης του Κέλσου, τόσα χρόνια πριν. Πράγμα που αποδεικνύει ότι ήδη από τότε είχαν καταλάβει την απάτη. Αλλά την εξουσία τελικά την βόλεψε ιδιαίτερα ο χριστιανισμός και για αυτό και τον υιοθέτησε.

    @Θουβου
    Κάνεις πολύ καλά που παραθέτεις το κείμενο του λεγόμενου «Χρυσοστόμου» γιατί απομυθοποιείς έτσι άλλη μια απ’ τις σημαντικές φιγούρες της ορθοδοξίας. Μερικά σημεία που πρόσεξα:
    1.Τεράστια αντίφαση να χρησιμοποιεί τα λεγόμενα των εβραίων ως απόδειξη της ανάστασης του Χριστού όταν ο ίδιος εβραϊκός λαός δεν πείστηκε!
    2.Όσο για εκείνους που θυσιάστηκαν στο όνομα του Χριστού, τίποτα δεν αποδεικνύει αυτό, διότι τόσοι και ακόμα περισσότεροι έχουν πεθάνει με τη θέλησή τους στο όνομα του Αλλάχ, του Σάλμοξη, του Χουϊτζιλοπότστλι και άλλων «θεοτήτων» (αλλά και ιδεολογιών) ανά τους αιώνες χωρίς αυτό να σημαίνει τίποτα για την ύπαρξή τους ή για την ορθότητά τους.
    3.Όσο για το πόσοι πίστεψαν το Χριστό, είναι αστείο να λέμε ότι έπεισε με την ανάστασή του. Εάν τον είχαν πιστέψει τόσο πολλοί δε θα χρειαζόταν να εμφανιστεί ο Θεός στον Απ. Παύλο για να τον στείλει να διδάξει το δόγμα στα υπόλοιπα έθνη.
    4.Πριν τον Απ. Παύλο υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι ο Χριστός πράγματι είχε πείσει κόσμο.
    5.Βασικό σφάλμα του παραπάνω κειμένου: Θεωρεί δεδομένο αυτό το οποίο προσπαθεί να αποδείξει. Αποδέχεται κατά γράμμα αυτά που περιγράφει η Καινή Διαθήκη. Μα εάν την αποδεχόμασταν ως αξιόλογη πηγή τότε δε θα γινόταν όλη αυτή η κουβέντα, έτσι δεν είναι; Θα είχαμε ήδη πειστεί για τα θαύματα και την ανάσταση.

  8. Απρίλιος 25, 2009 στο 11:34 πμ

    1.Kι όμως,τόσο από τις εβραϊκές θεωρίες όσο και από τα κείμενα τύπου Κέλσου,προκύπτουν τα εξής χρήσιμα:
    α.Το ότι ο Χριστός υπήρξε ιστορικό πρόσωπο,στον οποίο αποδίδονταν υπερφυσικές δυνάμεις και ο οποίος σταυρώθηκε και ετάφη.
    β.Επιβεβαιώνεται η Καινή Διαθήκη,που γράφει ότι οι εβραίοι υποστήριζαν εξ αρχής την θεωρία περί κλοπής του νεκρού του Ιησού από τους μαθητές του.
    γ.Το ότι η πλειοψηφία των εβραίων δεν πείστηκε είναι σχετικό,καθώς λίγα χρόνια μετά τον θάνατο του Ιησού διασκορπίσθηκαν στα πέρατα τού κόσμου.

    Οι σημερινοί Εβραίοι έχουν ελάχιστη σχέση με τους εβραίους της Παλαιάς Διαθήκης καθως προέρχονται κατά 90% από προσήλυτους ασιάτες.

    2.Έχεις δίκιο ότι πολλοί πέθαναν για τις ιδέες τους,την πατρίδα τους κλπ.
    Όμως είναι τελείως τρελό να βασανίζεται και να πεθαίνει κάποιος διακηρύσσοντας ότι συνέβη κάτι (Η Ανάσταση) την οποία ο ίδιος σχεδίασε!!!
    Θεωρώ ότι τα επιχειρήματα του Χρυσοστόμου για την μεταμόρφωση των δειλών ψαράδων σε άφοβους κήρυκες, είναι αμάχητα.
    Όσον αφορά την ιστορικότητα των γεγονότων υπενθυμίζω ότι οι Πράξεις των Αποστόλων έχουν επιβεβαιωθεί από την αρχαιολογική σκαπάνη έως κεραίας.

    4. Μήπως και με τον απόστολο Παύλο υπήρξαν μεγάλα αποτελέσματα;
    Πχ στην Αθήνα τρεις τεσσερεις άνθρωποι τον πίστεψαν.

    5.Η Ανάσταση είναι δεδομένη επειδή συνέβη,όπως είναι δεδομένη πχ η μάχη του Μαραθώνα.
    Ο τάφος του Χριστού είναι εκεί,ΑΠΟΛΥΤΑ τεκμηριωμένος αρχαιολογικώς και επί δυο χιλιάδες χρόνια ομολογεί την αλήθεια .Για όποιον θέλει να δει βεβαίως.

  9. Απρίλιος 26, 2009 στο 5:57 μμ

    Μετά το 5ο σημείο που αναφέρεις, δηλαδή ότι η ανάσταση είναι τάχα ιστορικό γεγονός ισοδύναμο με τη μάχη του Μαραθώνα, νομίζω ότι δεν έχει νόημα ούτε καν να διαφωνήσουμε, αφού δεν απομένει καμιά κοινή βάση συζήτησης.

  10. Απρίλιος 27, 2009 στο 11:07 πμ

    Άστρον, τα συχαρίκια μου! Σε τίμησε ο ΘουΒου με την παρουσία του! Ολόκληρη (αγία) σινδόνη σε αξίωσε! Αυτό σημαίνει ότι γράφεις πραγματικά ΠΟΛΥ ΚΑΛΑ!

    Ο Κέλσος πάντως, τα λέει χύμα βλέπω!

    Κάποιες πρόχειρες παρατηρήσεις στην τελευτία απάντηση του ΘουΒου προς το σχόλιό σου:

    Ως προς τους ανθρώπους που βασανίζονται και πεθαίνουν για «κάτι που οι ίδιοι σχεδίασαν»: οι άγιοι και οι μάρτυρες των επόμενων ετών δεν μπορούσαν να ξέρουν αν η ανάσταση ήταν αληθινή ή όχι – πείθονταν στα λόγια των αποστόλων. Όσο για τους ίδιους τους αποστόλους, δεν αποκλείεται διόλου να «έστησαν» την ανάσταση προκειμένου να πείσουν τους άλλους για την δύναμη του Ιησού και την θεϊκή του υπόσταση, χωρίς αυτό να τους εμποδίσει να πιστεύουν και οι ίδιοι – όχι βέβαια στην ανάσταση, αφού ήξεραν ότι ήταν στημένη, αλλά στην αξία του Ιησού.

    Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που οι οπαδοί μιας ιδέας, πεπεισμένοι απόλυτα για την ορθότητα της ιδέας τους, χαλκεύουν στοιχεία προκειμένου να πείσουν τους «απίστους», θεωρώντας ότι κατά βάθος έχουν δίκιο και ότι ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Και φυσικά θα ήταν διατεθειμένοι να αγωνιστούν και πεθάνουν για τις ιδέες τους.

    Δεν λέω ότι συνέβη αυτό, απλά ότι θα μπορούσε να συμβεί.

    2. Λες κάπου ότι το κείμενο του Κέλσου βεβαιώνει την ιστορική ύπαρξη του Ιησού. Εγώ δεν είδα κάποιο σημείο που να το βεβαιώνει. Βεβαιώνει την ύπαρξη του χριστιανισμού, αλλά όχι του Ιησού. Εννοείς σε κάποιο άλλο απόσπασμα υποθέτω, όχι σε αυτά που παρατίθενται εδώ. Αυτό δεν το ξέρω, αλλά φαντάζομαι πως αν ίσχυε αυτό, θα το ήξεραν και οι ιστορικοί, έτσι δεν είναι; Δεν έχω ακούσει ποτέ μου να βεβαιώνεται η ύπαρξη του Ιησου από κείμενο του Κέλσου. Η μόνη αναφορά στον Ιησού, εξ όσων γνωρίζω, γίνεται στο έργο του Ιώσηπου Φλάβιου (και η γνησιότητά της αμφισβητείται, όπως θα ξέρεις).

  11. Μαΐου 17, 2009 στο 2:52 πμ

    Απίστευτα μεστός και συγκροτημένος ο λόγος του Κέλσου, μου κάνει φοβερή εντύπωση ότι αυτά τα πράγματα είχαν ειπωθεί από τον 2ο αιώνα μ.Χ !

  12. 13 Χαρ.Μαρκοπουλος
    Μαΐου 16, 2014 στο 11:20 μμ

    Ο ΚΕΛΣΟΣ ΗΞΕΡΕ ΠΑΡΑ ΠΟΛΛΑ .ΗΤΑΝ ΟΜΟΝΟΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΜΕΛΕΤΗΣΗ ΤΑ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ ΜΕ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥ ΦΙΛΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΜΑΘΗΤΗ ΤΟΥ ΣΤΙΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΕΣ ΣΧΟΛΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΤΛΗΣΕΙ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΤΗΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ.ΕΙΝΑΙ ΒΕΒΑΙΟ ΟΤΙ Ο ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΕΠΕΤΡΕΨΕ ΤΟΝ ΦΙΛΟ ΤΟΥ ΝΑ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΤΑ ΑΠΡΟΣΙΤΑ ΜΕΧΡΙ ΤΟΤΕ ‘ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ’ ΚΑΙ ΝΑ ΣΥΛΛΕΞΕΙ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΕΝΔΕΚΑ ΕΚΕΙΝΑ ΧΡΟΝΙΑΚΑΤΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΔΙΕΤΕΛΕΣΕ ΠΡΟΚΟΥΡΑΤΟΡΑΣ ΤΗΣ ΙΟΥΔΑΙΑΣ Ο ΠΟΝΤΙΟΣ ΠΙΛΑΤΟΣ.ΒΕΒΑΙΑ ΤΑ ΑΡΧΕΙΑ ΑΥΤΑ ΚΑΗΚΑΝΜΕ ΔΙΑΤΑΓΗΤΟΥ ΠΑΠΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ Α'[Robert Abelain ,ο Γολγοθας και τα βαρεια μυστικα του σελ.358]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Να απολαμβάνουμε την καθάρια, την αληθινή ομορφιά του κόσμου. Η ανθρωπότητα δικαιούται να ζήσει ειρηνικά κι ελεύθερα χωρίς επινοημένες φοβέρες και υπερφυσικά αποκούμπια. wordpress statistics
Για μια νέα Φιλοσοφία


ask2use.com: Υποχρεωτική η αναφορά πηγής
ask2use.com: Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια

Αρχείο

Γράψτε το email σας για να ακολουθήσετε αυτό το blog και να ενημερώνεστε για νέες δημοσιεύσεις.