16
Δεκ.
13

Σπίθες μες τη νύχτα

Σπίθες μες τη νύχτα

Το σκοτεινό δωμάτιο ήταν η μόνη του συντροφιά. Γερμένος σε μια παλιά πολυθρόνα δίπλα απ’ το παράθυρο έκλεινε τα μάτια και αναπολούσε περασμένες ιστορίες και γεγονότα που σημάδεψαν ανεξίτηλα τη ζωή του. Ο παγωμένος χειμωνιάτικος αέρας της νύχτας έβρισκε πάντα κάποιο τρόπο να μπαίνει στο σπίτι και να γαργαλάει τις λιγοστές τρίχες που είχαν απομείνει στο κεφάλι του. Σαν υπενθύμιση ότι ήταν ζωντανός, μα για πόσο καιρό ακόμα; Ούτε ο ίδιος θυμόταν πια την ηλικία του, δεν είχε σημασία. Εκατομμύρια αναμνήσεις τον κύκλωναν σε μια αδυσώπητη νοσταλγική θύελλα. Κι όσο κι αν πάλευε, έμοιαζε ανήμπορος να τις συγκρατήσει και να τις βάλει σε τάξη. Οι αναμνήσεις μπερδεύονταν έτσι μεταξύ τους και έφτιαχναν ένα πολύχρωμο κουρέλι, το κουρέλι της ζωής του, γεμάτο μπαλώματα και κενά, δίχως να ξέρει πια εάν τα γεγονότα συνέβησαν έτσι όπως τα θυμόταν. Τα πρόσωπα που αγάπησε, τα μέρη που ταξίδεψε, οι εποχές, όλα περασμένα, όλα ανύπαρκτα. Ήταν άραγε όνειρα ή αλήθεια;

Ξαφνικά μια νεανική φωνή που ερχόταν απ’ έξω διέκοψε την περισυλλογή του.
-Παππού! Παππού είσαι εδώ;
Χτυπήματα πάνω στην ξύλινη πόρτα συνόδεψαν τη φωνή.
-Ποιος να ‘ναι τέτοια ώρα; προσπάθησε να ψιθυρίσει ο γέρος δίχως να ακουστεί καθόλου. Μάταια προσπαθούσε να θυμηθεί κάποιο πρόσωπο στο οποίο ταίριαζε τούτη η φωνή.
-Άνοιξέ μου να σου πω τα χρόνια πολλά, μπήκε το νέο έτος παππού! συνέχισε παρακλητικά ο νεαρός.
Ήταν πια σίγουρος ότι δεν ήταν πρόσωπο της φαντασίας του. Τα χτυπήματα στην πόρτα ήταν πέρα για πέρα αληθινά, αφού έκαναν τα κλειδιά που κρέμονταν στην κλειδαριά να τρέμουν και να κουδουνίζουν. Έκανε να σηκωθεί με δυσκολία, ζάρωσε το πρόσωπό του απ’ την προσπάθεια. Βήμα-βήμα προχώρησε προς την πόρτα και ακούμπησε διστακτικά το χέρι στο πόμολο. Η πόρτα άνοιξε.

-Ευτυχισμένο το νέο έτος! είπε ο νεαρός, μα μόλις αντίκρισε το γέρο τρεμούλιασε η φωνή του. Είχαν περάσει τα χρόνια, ο χειμώνας ήταν βαρύς και η κατάσταση του γέρου είχε χειροτερέψει.
-Από εδώ κοντά είμαι, γείτονας, είπε προσποιητά θέλοντας να κρύψει την αμηχανία του. Να παππού, σου έφερα λίγα σοκολατάκια να γλυκαθείς!
Στο δεξί του χέρι κρατούσε κουτί με λαμπερό περιτύλιγμα ενώ το αριστερό του κρεμόταν αμήχανα στο πλάι. Ο γέρος έστεκε σκυφτός, αμίλητος, ζαρωμένος. Είχε χρόνια να δεχτεί τέτοια ευχάριστη επίσκεψη. Έκανε να πει ευχαριστώ, μα είχε μείνει κρυσταλλωμένος. Μετά από λίγη ώρα κούνησε τα χείλια του:
-Σε ευχαριστώ παλικάρι μου. Καλή χρονιά και σε σένα.
Πήρε βαθιά ανάσα κι έκανε να κλείσει την πόρτα πίσω του.
-Ε! Παππού τι κάνεις εκεί; Χρονιάρες μέρες και θα κλειστείς μέσα; Έλα έξω να γιορτάσουμε το νέο χρόνο, βάλε τα καλά σου κι έλα, θα περάσουμε ωραία!
«Βάλε τα καλά σου». Πόσο καιρό είχε να ακούσει αυτή τη φράση ο γέροντας… Θυμήθηκε λαμπερούς γάμους, δεξιώσεις, γιορτές και επίσημες συναντήσεις περασμένων χρόνων. Συλλογίστηκε για λίγο τα λόγια του νέου και ξάφνου έβαλε τα γέλια!
-Ε λοιπόν δε ξέρω τι άνθρωπος είσαι εσύ νεαρέ μου, αλλά θα σου κάνω τη χάρη!
Τι είχε να χάσει ο γέροντας; Απ’ την απέραντη μοναξιά του σκοτεινού σπιτιού του, οτιδήποτε ήταν προτιμότερο. Με όσο γοργό βήμα του επέτρεπε η ηλικία του χώθηκε μες το σπίτι ψάχνοντας τα καλά του ρούχα που θα ήταν καταχωνιασμένα σε κάποιο παλιό ντουλάπι.

Μετά από λίγη ώρα, στολισμένος με καπέλο, σακάκι, παντελόνι, και με άρωμα παλιάς κολόνιας βγήκε και πάλι έξω. Είχε αρχίσει να χιονίζει πυκνές νιφάδες και η πόλη είχε φορέσει τα πρώτα άσπρα της.
-Να ‘μαι λοιπόν… έκανε να πει χαμογελώντας με τη βραχνή γέρικη φωνή του, μα στάθηκε. Κοίταξε τριγύρω. Δεν υπήρχε κανείς. Ο νέος είχε εξαφανιστεί. Προσπάθησε απεγνωσμένα να διακρίνει τη μορφή του μέσα στις χιονονιφάδες, μα δε φαινόταν πουθενά. Η κατάλευκη άδεια εικόνα έπεσε σαν τσεκουριά στην καρδιά του γέρου. Πόση ανάγκη είχε από λίγη συντροφιά τούτες τις ώρες… Και όλα αυτά τα σαδιστικά παιχνίδια της φαντασίας του έκαναν τη θλίψη του αβάσταχτη. Μα πριν προλάβει να σκουπίσει τα μάτια, άκουσε ανάλαφρα βήματα στο χιόνι.

-Είστε έτοιμος; ακούστηκε μια γλυκιά γυναικεία φωνή λίγα μέτρα στα δεξιά του. Στις ομορφιές σας είστε βλέπω!
Ο γέρος ήταν αποφασισμένος ότι δεν θα άφηνε την πεινασμένη φαντασία του να τον εξαπατήσει και πάλι. Έκλεισε τα μάτια και αυτοσυγκεντρώθηκε, προσπάθησε να τη διώξει απ’ το μυαλό του. Μα το άρωμά της ήταν τόσο έντονο, τόσο θηλυκό που δεν μπόρεσε να αντισταθεί και την κοίταξε. Ντυμένη με ένα κατακόκκινο φόρεμα που λαμπίριζε, η πανέμορφη γυναίκα τον κοιτούσε με μεγάλα ολόγλυκα μάτια. Τα μαλλιά της χάιδευαν τους γυμνούς της ώμους λες και ήταν έργο αριστοτέχνη ζωγράφου, και τα χείλη της έμοιαζαν πλασμένα για φιλιά.
-Ποιο είναι το όνομά σας; συμπλήρωσε η γυναίκα πριν προλάβει ο γέρος να πει κουβέντα.
-Λα…Λάμπρος, είπε διστακτικά. Εσύ πάλι ποια είσαι; Που είναι το παλικάρι που μου είπε να…
-Μην ανησυχείτε καθόλου κύριε Λάμπρο, τον διέκοψε η γυναίκα. Θα περάσουμε υπέροχα απόψε, είστε έτοιμος;
-Ε-Έτοιμος! αναφώνησε με πείσμα ο γέρος, σκεπτόμενος ότι δεν είχε τίποτα να χάσει.
Η κοπέλα τού έπιασε γλυκά το χέρι και τον οδήγησε σιγά σιγά προς ένα αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο στην άκρη του δρόμου. Του άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού, και μετά από ένα δύσπιστο βλέμμα ο γέρος κάθισε αναπαυτικά στο κάθισμα.

Το ταξίδι διήρκεσε αρκετή ώρα μέχρι που φτάσανε έξω από ένα θεόρατο κτίριο.
-Λοιπόν; είστε έτοιμος για ένα ρομαντικό δείπνο; είναι όλα έτοιμα, είπε η κοπέλα γλυκά, σχεδόν παρακλητικά.
-Δείπνο;
Άλλη μια λέξη που έφερνε χιλιάδες αναμνήσεις στο μυαλό του γέρου. Μα δεν προλάβαινε τώρα να τις συλλογιστεί, έπρεπε να δώσει γρήγορα μιαν απάντηση. Κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Η κοπέλα του έγνεψε να την ακολουθήσει και εκείνος δειλά μπήκε μαζί της στον ανελκυστήρα. Μετά από λίγη ώρα βρέθηκαν στον τελευταίο όροφο του ουρανοξύστη, σε έναν χώρο που έμοιαζε εντελώς μαγικός και παραμυθένιος σα να είχε βγει απ’ τα ομορφότερά του όνειρα. Απαλή ρομαντική μουσική συνόδευε το φως των κεριών που ήταν τοποθετημένα διακριτικά σε διάφορα σημεία της αίθουσας. Έξω απ’ τα παράθυρα φαινόταν μονάχα το χιόνι που έπεφτε ακατάπαυστα. Η προσοχή του γέρου αμέσως στράφηκε στο κέντρο του χώρου όπου βρισκόταν μονάχα ένα τραπέζι με δυο σερβίτσια και δύο καρέκλες τοποθετημένες αντικριστά. Κάθισαν και οι δύο δίχως να πούνε λέξη. Δεν άργησε να φανεί ο σερβιτόρος φέρνοντας ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και δύο κρυστάλλινα ποτήρια.
-Σας περιμέναμε, είπε χαμογελώντας.

Ο γέρος έστεκε βουβός συλλογιζόμενος πόσο απίθανα έμοιαζαν όλα όσα συνέβαιναν τούτη τη νύχτα. Όταν έφυγε ο σερβιτόρος, ο γέροντας έβαλε τα γέλια.
-Τι συμβαίνει κύριε Λάμπρο; ρώτησε με ενδιαφέρον η κοπέλα.
-Αχ πανούργα φαντασία μου, απάντησε εκείνος γελώντας πικρά, μη νομίζεις ότι θα με νικήσεις, ξέρω ότι σε λίγο θα βρίσκομαι ξαπλωμένος στην πολυθρόνα του σπιτιού μου και ότι όλα αυτά είναι άθλια γεννήματά σου!
-Ακόμα να καταλάβετε ότι όλα όσα συμβαίνουν είναι αληθινά;
Ο γέρος την κοίταξε καχύποπτα. Όλες οι αισθήσεις του έλεγαν ότι πράγματι έλεγε την αλήθεια, αλλά δεν θα άντεχε άλλη απογοήτευση, δε θα άντεχε άλλα παιχνιδίσματα του φαντασμένου μυαλού του. Η κοπέλα βλέποντας την αμφιβολία στα μάτια του γέροντα έσκυψε και έβγαλε το κόκκινο γοβάκι που φορούσε. Οδήγησε το γυμνό της πόδι αργά στο γόνατό του και με τα απαλά της δάχτυλα το χάιδεψε περιπαικτικά. Ο γέρος έμεινε άναυδος. Η κοπέλα ήταν πράγματι αληθινή! Όσο κι αν είχαν περάσει τα χρόνια, όσο ταλαιπωρημένο και φθαρμένο απ’ τον χρόνο κι αν ήταν το μυαλό του, ήξερε να αναγνωρίσει το άγγιγμα μιας γυναίκας. Έκανε να κρατήσει στη χούφτα του το νεανικό πόδι της κοπέλας σαν πολύτιμο δώρο. Μα μόλις είδε τα γέρικα ρυτιδωμένα χέρια του γεμάτα σκούρα στίγματα και πεταγμένες φλέβες δίπλα στο πέλμα της δίστασε. Ένιωσε σα να την εκμεταλλευόταν, σα να μόλυνε την ομορφιά της νεότητας. Μα το γλυκό και λάγνο βλέμμα της ήταν αρκετό για να ξεπεράσει κάθε τέτοια περιττή ενοχή.
-Ποια είσαι, γιατί μου φέρεσαι τόσο καλά;
-Πείτε ότι είμαι μια φίλη απ’ τα παλιά, που απλά θέλει να είστε ευτυχισμένος, απάντησε εκείνη με τη ζεστή της φωνή.
Ο γέρος έστεκε απορημένος να θαυμάζει την απαράμιλλη ομορφιά της κοπέλας ενώ εκείνη του χαμογελούσε με τα μάτια της σα να τον αγκάλιαζε στοργικά. Δίχως προειδοποίηση η κοπέλα άρχισε να βγάζει το φόρεμά της, από πάνω προς τα κάτω, αποκαλύπτοντας πρώτα το στήθος της και στη συνέχεια το πανέμορφο κορμί της. Τέτοια ανείπωτη, τέλεια ομορφιά δεν είχε δει σε ολόκληρη τη ζωή του ο γέροντας. Τα μάτια του σα θαρραλέοι θαλασσοπόροι όργωναν κάθε σπιθαμή του κορμιού της αντλώντας απέραντη ευχαρίστηση. Το γυμνό σώμα της κοπέλας όπως παιχνίδιζε το φως των κεριών έμοιαζε με εξαίσιο άγαλμα των αρχαίων χρόνων και το στήθος της γινόταν σύμβολο στοργής και έρωτα μαζί. Σαν όλη η ομορφιά του κόσμου να είχε συναχθεί σε τούτο το κορμί καρτερικά μέσα στους αιώνες και να φανερωνόταν τώρα ξαφνικά μπροστά του. Ο γέρος βούρκωσε…
-Τι πάθατε; Ρώτησε η κοπέλα ανήσυχα και έκανε να του πιάσει τα χέρια. Λυπάστε;
-Όχι, αγαπημένη μου κοπέλα. Δάκρυα χαράς είναι αυτά που βλέπεις. Μα αν λυπάμαι για κάτι είναι που τελειώνουν οι μέρες μου, που δε θα μπορώ να απολαμβάνω πια τις ανεξάντλητες ομορφιές της ζωής…
Η κοπέλα χαμογέλασε παρηγορητικά. Μα το χαμόγελό της τού υπενθύμισε πόσο τυχερός ήταν που βρισκόταν μαζί της, σε αυτό το παραμυθένιο δείπνο.
-Σε ευχαριστώ που μου θύμισες πόσο όμορφη είναι η ζωή, συμπλήρωσε συγκινημένος και ήπιε μια γουλιά κρασί απ’ το ποτήρι του.
Η κοπέλα φόρεσε και πάλι το λαμπερό κόκκινο φόρεμα και μετά από λίγο ο σερβιτόρος έφερε τα γεύματα τους. Πιατέλες γεμάτες νόστιμα φαγητά πλημμύρισαν το τραπέζι και ο γέρος δε δίστασε να δοκιμάσει.
-Για πες μου σε παρακαλώ, της είπε χαμογελώντας μετά από λίγο. Τι είναι ανώτερο; Η ζωή ή η γυναίκα;
-Μα η ζωή είναι γυναίκα! απάντησε με σιγουριά η κοπέλα.
Ο γέρος έγνεψε καταφατικά και ένα μεγάλο χαμόγελο ευτυχίας σχηματίστηκε στα χείλη του. Πόσο δίκιο είχε! Η ομορφιά της ζωής έμοιαζε με την ομορφιά της γυναίκας τόσο πολύ που μπλέκονταν οι δυο έννοιες συχνά στο μυαλό του.
Η συζήτηση συνεχίστηκε για ώρα, μέχρι που η κοπέλα κοίταξε το ρολόι της.
-Είναι ώρα να φύγουμε.
-Να φύγουμε; Για πού; ρώτησε έκπληκτος ο γέρος.
-Έχει και συνέχεια η νύχτα ετούτη κύριε Λάμπρο, ελάτε πάμε.

Ο γέρος ακολούθησε και όταν βρέθηκαν και πάλι έξω, δίπλα στο αυτοκίνητο στεκόταν ο νεαρός που είχε χτυπήσει αρχικά την πόρτα του γέρου.
-Γεια σου καπετάνιε! φώναξε ο νέος γελώντας και άνοιξε τα χέρια διάπλατα για να αγκαλιάσει το γέροντα.
-Εσύ! Σε έχασα λεβέντη μου, εξαφανίστηκες!
-Μην ανησυχείς παππού, έλα, μπες στο αυτοκίνητο και πάμε.
Ο γέρος κοίταξε με ανησυχία την κοπέλα που θα άφηναν πίσω, μα όταν εκείνη του χαμογέλασε διαλύθηκε κάθε αμφιβολία μέσα του και ακολούθησε τον νέο γεμάτος προσμονή.

 *

Μετά από αρκετή ώρα ταξιδιού εκτός πόλης βρέθηκαν σε ένα ορεινό καταφύγιο, ένα παλιό ξύλινο σπίτι που έμοιαζε αναπάντεχα ζεστό έτσι όπως στεκόταν μέσα στο κατάλευκο παγωμένο ορεινό τοπίο, ανάμεσα σε ψηλά έλατα και χιονισμένες φυλλωσιές. Ο νέος άνοιξε την ξύλινη πόρτα και χώθηκε μέσα βιαστικά για να ανάψει το τζάκι. Ο γέρος ακολούθησε με προσοχή καθώς τα πόδια του χώνονταν βαθιά μέσα στο χιόνι. Μέσα το ξύλινο σπίτι ήταν διακοσμημένο με ζωγραφιές που απεικόνιζαν την άγρια φύση, ενώ στο πάτωμα γύρω απ’ το τζάκι ήταν τοποθετημένα ζεστά χαλιά με μαξιλαράκια τριγύρω τους. Γρήγορα η φωτιά άναψε και οι δυο άνδρες κάθισαν γύρω απ’ το τζάκι στα αναπαυτικά μαξιλάρια, ζεσταίνοντας τα χέρια και την καρδιά τους.
-Αυτό εδώ είναι ένα από τα μυστικά μου στέκια, ψιθύρισε ο νέος σχεδόν συνωμοτικά.
-Και τι κάνεις όταν έρχεσαι εδώ; είπε ο γέρος απορημένος.
-Ξεκουράζω την ψυχή μου, γαληνεύω. Εδώ, μακριά απ’ τα προβλήματα των ανθρώπων γίνομαι κομμάτι της φύσης. Αναπνέω καθαρό αέρα παππού, και γεμίζουν τα πνευμόνια και το πνεύμα μου.
Ο γέρος έγνεψε και έριξε ένα μικρό ξυλαράκι μέσα στη φωτιά.
-Πόσων χρόνων είσαι καπετάνιε; ρώτησε ο νέος μετά από λίγη ώρα σιωπής.
-Σάμπως θυμάμαι πια; Κάποτε τα μετρούσα αλλά τώρα πια δεν έχει νόημα. Δεν απόμεινε κανείς που να τον ενδιαφέρει, είπε ο γέρος αναστενάζοντας.
-Θα ‘χουν δει πολλά τα μάτια σου.
Ο γέρος στάθηκε ακίνητος με ορθάνοιχτα τα μάτια σα να περνούσαν από μπροστά του χιλιάδες εικόνες και αναμνήσεις. Και πόσα δεν είχαν δει τα μάτια του! Αμέτρητα πρόσωπα, πόλεμοι, γιορτές, χαρές και λύπες χόρεψαν μες τη μνήμη του σαν ασύνδετα κομμάτια παλιάς ταινίας. Σαν πεφταστέρια έλαμπαν για λίγο και ύστερα χάνονταν για να πάρουν τη θέση τους άλλες θύμησες.
-Ποια ήταν τα πιο ευτυχισμένα χρόνια σου παππού; ρώτησε και πάλι ο νέος για να καλύψει την αμήχανη σιωπή.
-Τα πιο ευτυχισμένα χρόνια;
Κοίταξε αφαιρετικά προς τα πάνω σα να τον κύκλωναν και πάλι οι αναμνήσεις, μόνο που τώρα το βλέμμα του ήταν πιο οξύ.
-Τα πιο ευτυχισμένα χρόνια μου ήταν όταν προσπαθούσα να κατακτήσω τη γυναίκα, τη γυναίκα που αγαπούσα! είπε ο γέροντας και ξέσπασε σε γάργαρα γέλια γεμάτος ενθουσιασμό.
-Το κατάφερες τελικά καπετάνιε μου;
-Αν το κατάφερα λέει…
Τα μάτια του είχαν αρχίσει να βουρκώνουν. Συνέχισε:
-Δεκαετίες ολόκληρες ζήσαμε μαζί, μέχρι που αρρώστησε και την έχασα. Αλλά εκείνα τα πρώτα χρόνια, και τι δε θα ‘δινα για να τα ξαναζήσω παλικάρι μου. Τ’ ακούς; Μην αφήσεις ούτε δευτερόλεπτο να περάσει χωρίς να το ξεζουμίσεις. Φεύγει ο χρόνος και δεν ξαναγυρνάει λεβέντη μου. Γι’ αυτό σου λέω, ζήσε με Ζήτα κεφαλαίο. Να, όταν νωρίτερα πήγα να πιάσω να χαϊδέψω το πόδι της κοπέλας, μόλις είδα τα διαολεμένα τα γέρικα χέρια μου σφίχτηκε η καρδιά μου! Τι δουλειά είχα εγώ που κουβαλούσα δεκαετίες στην καμπούρα μου να αγγίζω μια τέτοια γλυκιά γυναίκα που μετρούσε δε μετρούσε 20 χρόνια;
-Μα, καπετάνιε μου, τί είναι λίγες δεκαετίες μπροστά στην αιωνιότητα; Σπίθες είμαστε που πεταγόμαστε για μια μονάχα στιγμή μέσα στη νύχτα. Από τα χρόνια που ‘σαι βρέφος μέχρι τα τελευταία σου, τα γέρικά σου χρόνια, η ζωή όλη δεν κρατάει περισσότερο από μία σπίθα.
-Και τι θες να πεις με αυτό παλικάρι μου;
-Να, όταν άγγιξες την κοπέλα, ήταν σα δυο σπίθες που αντάμωσαν κάποια στιγμή μέσα στην αιωνιότητα. Ούτε νέος, ούτε γέρος. Ζωντανός, καπετάνιε μου!
Ο γέρος γέλασε και πήρε θάρρος απ’ τα λόγια του νέου.
-Ζωντανός είμαι. Ολοζώντανος! Αλλά για πόσο ακόμα;
-Και τι σημασία έχει; Εσύ δεν είπες να ξεζουμίζουμε το κάθε δευτερόλεπτο; Τι κι αν αυτό είναι το τελευταίο μας;
Ο γέρος γέλασε και πάλι. Πολύ είχε χαρεί με τούτη τη κουβέντα και η καρδιά του φτερούγιζε:
-Ε λοιπόν, θα γελάσεις, μα ξέρεις τι θέλω να κάνω τώρα; Να φτιάξω ένα χιονάνθρωπο! Καημό το ‘χω τόσα χρόνια. Θυμάμαι όταν ήμουνα παιδί που μαζευόμασταν στη γειτονιά και πάντα αγαπούσα να…
Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του, ο νεαρός είχε ανοίξει την πόρτα και είχε βγει έξω μέσα στο χιόνι.
-Έλα παππού, εδώ είναι το καλό το χιόνι!
Ο γέρος βιαστικά βγήκε και αυτός έξω και βούτηξε με τα χέρια του μια μεγάλη χιονόμπαλα. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, μα το φως από το τζάκι είχε μετατρέψει το σπιτάκι σε λάμπα που φώτιζε όλο το γύρω τοπίο. Μπάλα-μπάλα χτίζανε και οι δυο τους τον τεράστιο χιονάνθρωπο ρίχνοντας κάθε λίγο τρανταχτά γέλια που αντιβοούσαν ολόγυρα στο χιονισμένο βουνό.
-Σαν μικρό παιδί νιώθω, σαν παλικαράκι! βροντοφώναξε ο γέροντας γελώντας και έβαλε στο χιονάνθρωπο ένα τεράστιο κουκουνάρι για μύτη.
Μέσα σε λίγη ώρα ο χιονάνθρωπος ήταν έτοιμος. Ο γέρος βαριανάσαινε από την κούραση, μα είχε μια έκφραση χαράς και ευχαρίστησης σα να είχε επιτύχει μεγάλο άθλο.

Στάθηκαν για λίγο και θαύμασαν το χιονισμένο βουνίσιο τοπίο της κατάλευκης νυχτιάς.
-Ανάπνευσε βαθιά καθαρό αγέρα παππού μια τελευταία φορά! Πιο καθαρό δε θα βρεις.
Ο γέροντας υπάκουσε και πήρε μια βαθιά εισπνοή. Στη συνέχεια μπήκανε στο αυτοκίνητο και πήραν το δρόμο της επιστροφής. Το ταξίδι κράτησε πολλή ώρα, και το χιόνι είχε πια σταματήσει. Σε κάποιο σημείο ο γέρος παρατήρησε ότι δεν ακολουθούσαν την ίδια διαδρομή με την αρχική.
-Μα πού πάμε; ρώτησε έκπληκτος.
-Δεν τελείωσε ακόμα η νύχτα παππού! Υπομονή!

 *

Μετά από ώρα φτάσανε στη θάλασσα. Δε φυσούσε καθόλου και το νερό απλωνόταν γαλήνια σα να το είχε πάρει βαθύς ύπνος και να ανάσαινε γλυκά. Κατέβηκαν και περπάτησαν μέχρι μια παλιά προβλήτα. Ξαφνικά μέσα στη θάλασσα ένα κότερο άναψε προβολείς και πελώρια γιορτινά φώτα και σιγά-σιγά πλησίαζε την προβλήτα.
-Να καπετάνιε μου, το βλέπεις; Για εμάς έρχεται!
-Για εμάς; Ολόκληρο κότερο; ρώτησε ενθουσιασμένος χωρίς να πιστεύει στα μάτια του.
Ανάμεσα στο πλήρωμα του σκάφους φαινόταν καθαρά η πανέμορφη κοπέλα με το κατακόκκινο φόρεμα. Το κότερο ήταν πια σε απόσταση βήματος από τους δύο άντρες.
-Γεια σας κύριε Λάμπρο, ελάτε! φώναξε η κοπέλα.
Ο γέρος χωρίς να χάσει ευκαιρία ανέβηκε στο σκάφος και ακολούθησε και ο νέος.
-Καλωσορίσατε στο σκάφος «Ευτυχία», ακούστηκε η φωνή του καπετάνιου.
Ο ουρανός είχε πια καθαρίσει και ήταν γεμάτος απ’ τα λαμπρά χειμερινά άστρα. Το σκάφος πήρε μια πορεία παράλληλη προς την ακτή και ταξίδευε με χαμηλή ταχύτητα. Χαρούμενα φωτάκια βρίσκονταν σε κάθε γωνιά του δημιουργώντας μια γιορτινή ατμόσφαιρα, σε πλήρη αρμονία με το όνομά του. Μετά από λίγη ώρα δύο άνδρες και μία γυναίκα βγήκαν απ’ την καμπίνα. Κρατούσαν μουσικά όργανα, κιθάρα, ακορντεόν και βιολί και μόλις έλαβαν τις θέσεις τους άρχισαν να παίζουν παλιά κομμάτια ταγκό και βαλς βγαλμένα απ’ τα χρόνια της νεότητας του γέροντα. Ο γέρος είχε κάτσει μαζί με την κοπέλα σε ένα τραπέζι και έπιναν τα πρώτα τους ποτά, ενώ σύντομα έκατσε κοντά τους και ο νέος.
-Λοιπόν παππού πώς σου φαίνεται η νυχτερινή θαλάσσια βόλτα μας;
-Τι να σου πω λεβέντη μου… Σε ολόκληρη τη ζωή μου δεν μου έχουν ξανακάνει τέτοια έκπληξη. Είμαι πραγματικά ευτυχής που βρίσκομαι ανάμεσά σας!
-Στην υγειά σας! φώναξε η κοπέλα και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους.
Περάσανε ώρες πολλές και ο γέροντας έμοιαζε πιο ευτυχισμένος από ποτέ. Σε κάποια στιγμή άρχισε να συλλογίζεται τα γεγονότα όλης αυτής της ονειρεμένης νύχτας.
-Μήπως είστε άγγελοι που σας έστειλε ο Θεός να δώσετε λίγη χαρά σε έναν γέρο άνθρωπο;
Ο άνδρας και η γυναίκα γέλασαν.
-Όχι παππού, άνθρωποι είμαστε, δεν έχουμε παρτίδες ούτε με θεούς ούτε με δαίμονες, αποκρίθηκε χαμογελαστός ο νέος.
-Δεν πιστεύεις στο Θεό παλικάρι μου;
-Εσύ πιστεύεις παππού;
-Δεν ξέρω παιδί μου. Αλλά κοίτα τι αρμονικά που στέκονται τα άστρα στον ουρανό, κοίτα το σύμπαν, κοίτα την πανέμορφη φύση! Πώς έγιναν όλα αυτά; είπε με βαθιά φωνή γουρλώνοντας τα μάτια σα να ένιωθε απέραντο δέος.
-Δεν ξέρω πώς έγιναν αυτά καπετάνιε μου, αλλά δε βιάζομαι να δώσω γρήγορες απαντήσεις. Ένα πράγμα ξέρω και μου αρκεί.
-Τι πράγμα παιδί μου;
-Εκείνο που είχε πει ο παλιός σοφός, ο Νίτσε: «δεν υπάρχει αρκετή αγάπη και καλοσύνη στον κόσμο για να μας επιτρέπεται να τη σπαταλούμε σε φανταστικά όντα.» Με ενδιαφέρει η ευτυχία των ζωντανών παππού, γι’ αυτήν μονάχα παλεύω.
Ο γέροντας έγνεψε καταφατικά, χωρίς να το σκεφτεί πολύ. Αυτά που άκουσε ίσως εξηγούσαν κάπως τη συμπεριφορά των δύο νέων. Έμεινε όμως σιωπηλός. Ήταν τόσο γεμάτος από ευτυχία που δε θα άντεχε να ζορίσει το νου του με περισσότερα αινίγματα.

Φτάσανε στην ακτή. Το πλήρωμα όλο αποχαιρέτησε τον γέροντα μέσα σε γιορτινή ατμόσφαιρα με πολλές ανταλλαγές ευχών και τραγούδια. Η κοπέλα και ο νέος τον συνόδεψαν ως το αυτοκίνητο και όλοι μαζί ξεκίνησαν για την επιστροφή στην πόλη. Μετά από λίγες ώρες ταξιδιού έφτασαν πια στο σπίτι του. Είχε αρχίσει να χαράζει και ο ουρανός άρχιζε να παίρνει το βαθύ γαλανό του χρώμα λίγο προτού φανούν οι πρώτες ηλιαχτίδες. Περπάτησαν μαζί οι τρεις τους προς την πόρτα του σπιτιού. Ο γέρος στάθηκε για μια στιγμή, γύρισε και τους κοίταξε.
-Ήταν η πιο όμορφη νύχτα της ζωής μου, ψέλλισε με συγκίνηση. Σας ευχαριστώ για όλα!
-Χαρά μας καπετάνιε μου, απάντησε ο νέος.
-Μα πείτε μου σας παρακαλώ πριν φύγετε, ποιοι είστε και γιατί βαλθήκατε να ομορφύνετε τη ζωή ενός ασήμαντου γέρου σαν κι εμένα;
-Δε σου είπα παππού; Σπίθες είμαστε. Και τον ελάχιστο χρόνο που φεγγοβολούμε  προσπαθούμε να προσφέρουμε χαρά και ευτυχία στους συνανθρώπους μας. Έτσι αυξάνεται και η δική μας ευτυχία. Στ’ αλήθεια, δεν υπάρχει τίποτα πολυτιμότερο στον κόσμο καπετάνιε μου απ’ το να βλέπουμε χαμόγελα σα το δικό σου. Η γυναίκα μου κι εγώ είμαστε μέρος μιας ευρύτερης ομάδας ανθρώπων που σκέφτονται έτσι και προσπαθούν καθημερινά να…
-Α, ώστε είστε ζευγάρι; διέκοψε ο γέρος.
-Ναι κύριε Λάμπρο, απάντησε η κοπέλα γλυκά, αλλά μη σας απασχολούν αυτά. Δεν έχει σημασία ποιοι είμαστε. Κοιτάξτε να κρατήσετε την ευτυχία μέσα στην καρδιά σας σαν άσβεστη φωτιά και να απολαύσετε τη ζωή όσο μπορείτε μέχρι την τελευταία σας στιγμή.
Ο γέροντας συγκινημένος με δάκρυα ευτυχίας στα μάτια κούνησε το κεφάλι καταφατικά, τους αγκάλιασε σφιχτά και τους ευχαρίστησε ξανά και ξανά. Ύστερα μπήκε στο σπίτι και έκλεισε αργά-αργά την πόρτα χαμογελώντας.

Οι δύο νέοι αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν.
-Άλλος ένας ευτυχισμένος άνθρωπος, είπε θριαμβευτικά ο νέος. Μας απομένουν μερικά δισεκατομμύρια ακόμα.
-Ελπίζω και οι υπόλοιποι σύντροφοί μας να τα κατάφεραν, συμπλήρωσε η κοπέλα.
Ο Ήλιος πια έλαμπε αρχοντικά πάνω απ’ την πόλη, και το χιόνι άρχιζε να λιώνει.
Πιασμένοι χέρι-χέρι απομακρύνθηκαν απ’ το παλιό σπίτι και τράβηξαν κατά τη δύση για να ανταμώσουν τους συντρόφους τους.

 *

Μέσα στο σπίτι ο γέρος ξάπλωσε στο κρεβάτι του έχοντας ένα τεράστιο ανεξίτηλο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη του. Περνούσαν απ’ το νου του όλες οι όμορφες στιγμές που έζησε τις τελευταίες ώρες. Η απέραντη ομορφιά της γυναίκας, το καταφύγιο στο βουνό, η ρομαντική πορεία στη θάλασσα υπό τη συνοδεία της μουσικής… Βυθισμένος στις πλούσιες αισθήσεις της παραμυθένιας νύχτας σαν παιδί σε ζεστή αγκαλιά, έκανε τον πιο γλυκό και γαλήνιο ύπνο της ζωής του. Και δεν ξύπνησε ποτέ ξανά. Δε χρειάστηκε.

Έκλεινε τα 91 του χρόνια ο γερο-Λάμπρος.
Και χορτάτος πια από ζωή, αποκοιμήθηκε για πάντα.

***
Δεκέμβρης 2008
Αφιερωμένο στον παππού μου.

Advertisements

0 Responses to “Σπίθες μες τη νύχτα”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Να απολαμβάνουμε την καθάρια, την αληθινή ομορφιά του κόσμου. Η ανθρωπότητα δικαιούται να ζήσει ειρηνικά κι ελεύθερα χωρίς επινοημένες φοβέρες και υπερφυσικά αποκούμπια. wordpress statistics
Για μια νέα Φιλοσοφία


ask2use.com: Υποχρεωτική η αναφορά πηγής
ask2use.com: Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια

Αρχείο

Γράψτε το email σας για να ακολουθήσετε αυτό το blog και να ενημερώνεστε για νέες δημοσιεύσεις.