06
Μάι.
14

Τρεις αναμνήσεις κι ένα τραγούδι για τον παππού μου

Σαν σήμερα πριν από 5 χρόνια έφυγε από τη ζωή ο παππούς μου, Παύλος Κουνέλης. Τον θυμάμαι με τρεις αναμνήσεις κι ένα τραγούδι…

*

Ανάμνηση πρώτη (1994)
Είχε πέσει σε πολύ βαθιά κατάθλιψη μετά από εκείνη την εγχείρηση. Κι ας είχε παλέψει ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο και ας είχε βγει νικητής. Είχε καταπονηθεί πολύ, η ψυχή του είχε λυγίσει και έδειχνε να μην χαίρεται πια τη ζωή όπως παλιά. Δεν τον είχα δει, μα αυτά που άκουγα με είχαν τρομάξει. Η μητέρα τον περιέγραφε με έναν τρόπο που μου ακουγόταν τελείως εξωπραγματικός:

-Ο παππούς, έλεγε, ούτε μιλάει ούτε χαμογελάει. Δίχως αιτία έχει πέσει σε μεγάλη κατάθλιψη. Μας βλέπει και δεν αντιδράει.
Ακουγόταν υπερβολικά θλιβερό. Ο παππούς, αυτός ο χαρούμενος άνθρωπος που γέμιζε τον χώρο με το γέλιο και τα αστεία του, είχε πάθει κατάθλιψη. Φοβερό άγχος με έπιανε στην ιδέα ότι θα τον επισκεπτόμουν, δεν ήξερα τι να πω, τι να κάνω. Και κυριότερα φοβόμουν ότι θα ταραζόμουν τόσο πολύ απ’ την θλιμμένη του όψη που η επίσκεψή μου θα είχε το αντίθετο αποτέλεσμα.

Χτυπήσαμε το κουδούνι της πόρτας. Μας άνοιξε η γιαγιά, γλυκιά και γεμάτη αγάπη όπως πάντα. Μόλις μπήκαμε στο μικρό χολ ο αδερφός μου κι εγώ, είδαμε τον παππού να κάθεται αναπαυτικά στον καναπέ του σαλονιού αμίλητο, χωρίς να έχει πάρει είδηση ότι φτάσαμε. Προχωρήσαμε, πήγαμε να τον χαιρετήσουμε προετοιμασμένοι για την πιο ψυχρή αντίδραση κάνοντας την καρδιά μας πέτρα. Στην αρχή μας κοίταξε ψυχρά, μα μόλις κατάλαβε ποιοι ήμασταν ξαφνικά το πρόσωπό του έλαμψε! Τα μάτια του χαμογέλασαν τόσο έντονα που δε θα τα ξεχάσω ποτέ. Ο παππούς είχε αυτό το χαρακτηριστικό χαμόγελο: πρώτα γελούσαν τα μάτια του και μετά το στόμα. Αυτά τα ζεστά χαμογελαστά μάτια του διέλυσαν κάθε άγχος και φόβο μέσα μου, και αμέσως μου υπενθύμισαν ότι αυτός ήταν ο παππούς και ότι σε λίγο καιρό θα ήταν και πάλι καλά. Τον αγκαλιάσαμε και τον φιλήσαμε, χαρούμενοι πια που τον είχαμε κοντά μας.

*

Ανάμνηση δεύτερη (1993-1996)
«Θα γίνω αστρονόμος!» έλεγα στον παππού περήφανος που είχα βρει επιτέλους τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου. Το είχα πει σε όλους του συγγενείς και φίλους, αλλά για κάποιο λόγο ο παππούς ήταν ο μόνος που έδειξε να το πιστεύει πραγματικά και να μην το θεωρεί απλά μία επιπόλαιη παιδική κουβέντα. Στα παιδικά μου αυτά χρόνια πιάναμε συχνά συζητήσεις για το σύμπαν που πάντα κατέληγαν σε βαθύτερες αναζητήσεις.
Μου έδινε βιβλία και μου εξηγούσε τι όμορφα και αρμονικά που ήταν φτιαγμένος ο κόσμος! Οι πλανήτες, τα άστρα, οι γαλαξίες. Και στο τέλος με ρωτούσε:
-Ποιος τα δημιούργησε όλα αυτά που κινούνται τόσο αρμονικά;
-Ο Θεός! απαντούσα δίχως αμφιβολία.
Έγνεφε καταφατικά.
Ο Θεός, λοιπόν, δημιούργησε ολόκληρο το σύμπαν. Μα έτσι μέσα μου γεννιόταν αμέσως μια άλλη απορία:
-Παππού, και τον Θεό ποιος τον έφτιαξε;  ρωτούσα γεμάτος περιέργεια.
-Δεν ξέρω, μου απαντούσε, εκεί είναι που το μυαλό του ανθρώπου σταματάει, δεν ξέρουμε…

Σε αυτές τις πρώτες φιλοσοφικές κουβέντες με τον παππού, ποτέ δεν πήρα μια απόλυτη απάντηση, ποτέ δεν άκουσα ένα «πάντα» ένα «αιώνιο» ή ένα «πρέπει». Όλα ήταν προς έρευνα, και ακόμα και όταν εξέφραζε την προσωπική του γνώμη πάντα κατέληγε στο ότι ο άνθρωπος δεν τα γνωρίζει όλα και ότι όταν φτάνει στην κόψη του χώρου μεταξύ γνώσης και άγνοιας κινδυνεύει να χάσει τα λογικά του.

Μέσα από αυτές τις κουβέντες με τον παππού είχα καταλήξει να φαντάζομαι ότι ο χώρος γύρω από το γνωστό μας «μαύρο» διάστημα είναι λευκός. Σε εκείνο τον κατάλευκο χώρο έξω απ’ το σύμπαν κατοικούσε ο Θεός. Έτσι, αφού ήταν έξω απ’ το δικό μας σύμπαν μπορούσε να δημιουργεί και να κατασκευάζει όσα άλλα σύμπαντα θέλει. Μα το ερώτημα παρέμενε αναπάντητο: «ποιος έφτιαξε τον Θεό».
Ο παππούς -σε αντίθεση με τον περισσότερο κόσμο- δεν είχε έτοιμη απάντηση να μου δώσει. Και για αυτό θα του είμαι ευγνώμων για πάντα. Όχι μόνο επειδή μαζί του έκανα τις πρώτες επιστημονικές και φιλοσοφικές συζητήσεις, αλλά και επειδή πρώτος εκείνος μου δίδαξε την ομορφιά της αναζήτησης, και ίσως άθελά του, την τόλμη να αμφισβητείς εκείνο που είναι ευρέως αποδεκτό.

*

Ανάμνηση τρίτη (2009)
Ο παππούς κατάκοιτος στο κρεβάτι. Μία σκιά του παλιού του εαυτού, ένας άνθρωπος που απλά περιμένει. Μα όποτε ήταν να τον επισκεφθώ χαιρόταν τόσο πολύ που το περίμενε όλη μέρα και παρά την ασθενική του μνήμη, δε το ξεχνούσε. Θυμάμαι πολύ έντονα, καθόμουν, του κρατούσα το χέρι και κουβεντιάζαμε για τα παλιά.
-Ποια στιγμή της ζωής σου ήταν η πιο ευτυχισμένη σου παππού; τον ρώτησα.
Έμεινε για λίγο σκεπτικός.
-Όταν προσπαθούσα να καταφέρω την Μήτσα! απάντησε γελώντας και έβαλα κι εγώ τα γέλια.
Κι όμως, 60 χρόνια μετά, θυμόταν την προσπάθειά του να κερδίσει την γυναίκα του, κι αυτή ήταν η ομορφότερη ανάμνησή του.

Ύστερα κουβεντιάζαμε για άλλα πράγματα. Για το πόσο καλή σχέση είχε με τη μητέρα μας -την κόρη του- και πόσο κοντά της είχε σταθεί. Και εκεί ενώ μου τα έλεγε αυτά, έκανε μια παύση, το πρόσωπό του έλαμψε, η φωνή του γλύκανε και τα μάτια χαμογέλασαν:
-Και με εσάς ήμουν πάντα κοντά…
Κρατήθηκα πολύ να μην κλάψω και το καταλάβει ο παππούς. Μα αυτή η φράση του είχε πέσει σαν μαχαιριά στην καρδιά μου και δεν μπορούσα να τη βαστάξω. Είναι αλήθεια, πάντα ήταν κοντά μας ο παππούς. Μας στάθηκε σαν δεύτερος πατέρας, μας έκανε όλα τα χατίρια και πάντα ήμασταν γεμάτοι απ’ την αγάπη του. Και η σκέψη ότι ήταν πια ανήμπορος, κατάκοιτος και ότι θα έφευγε σύντομα από τη ζωή με λύγιζε. Ποτέ δε θα μπορούσα να του ανταποδώσω την αγάπη που μας προσέφερε. Ποτέ. Παρά μονάχα στα δικά μου παιδιά και εγγόνια.

Έσφιξα την καρδιά μου. Τα κατάφερα:
-Ναι παππού, πάντα, και δεν ξεχνάω τίποτα, τα καλοκαίρια στο Λουτράκι, τα βράδια που πηγαίναμε σινεμά, τα Σάββατα που μας έπαιρνες βόλτα και πηγαίναμε στα λούνα παρκ και τα ηλεκτρονικά. Περάσαμε ωραία παππού!
Χαμογελούσε και κοίταζε αφαιρετικά το ταβάνι σαν να περνούσαν οι εικόνες μία-μία μπροστά απ’ τα μάτια του. Κράτησα με δυσκολία το λυγμό στο λαιμό μου.

Μετά από λίγο έφυγα, μα ένιωθα σαν να με είχαν πυροβολήσει.

*

Κι ένα τραγούδι…

Τους τελευταίους μήνες της ζωής του ο παππούς μου συχνά έλεγε «θέλω να φύγω, εγώ την έζησα τη ζωή μου, τη χόρτασα». Όταν πληροφορήθηκα το θάνατό του στις 6 Μαΐου του 2009 άρχισε στο μυαλό μου, ασυνείδητα, να παίζει ένα παλιό τραγούδι από τα Επτάνησα:  «Θέλω να αφήσω τον κόσμο ετούτον», ένα τραγούδι για κάποιον που θέλει να αφήσει τα εγκόσμια και να επιστρέψει στη φύση. Δε ξέρω γιατί. Ίσως μου θύμιζε αυτόν τον ηθελημένο θάνατο, μετά από μία πλήρη, γεμάτη ζωή. Από τότε, τη μέρα αυτή, πάντα τον θυμάμαι με συγκίνηση ακούγοντας αυτό το τραγούδι.

Θέλω να αφήσω τον κόσμο τούτονε
να πάω να ζήσω σε ένα βουνό

Με τα χορτάρια της γης να τρέφομαι
με τα λιοντάρια να πολεμώ

Να ‘χω για σύντροφο το φεγγαράκι
τ’ άστρα, τα σύννεφα, τον ουρανό.

Παύλος Κουνέλης (1923-2009)

Παύλος Κουνέλης
(1921-2009)

Advertisements

2 Responses to “Τρεις αναμνήσεις κι ένα τραγούδι για τον παππού μου”


  1. 1 Χαρμαρκ
    Μαΐου 17, 2014 στο 11:48 μμ

    Astron , μου εκανες να δακρυσω μια φορα σαν παππους και μια φορα σαν εγγονος γιατι το 1994 εκανα και εγω μια μεγαλη εγχειρηση που σημαδεψε ολη την μετεπειτα ζωη μου με την καταθλιψη να ειναι προ των θυρων και να κορυφωνεται τον τελευταιο καιρο λογω και της οικονομικης στενοτητας να μην εχω την δυνατοτητα να παρω εκεινο το ποδηλατο στην εγγονη μου που περιμενε να τις το φερει ο αηβασιλης.Σαν εγγονος γιατι πολυ αμυδρα θυμαμαι τον παππου μου Χαραλαμπο ,τριων ετων εγω τοτε το 1948 να μου δινει το κομπολοι του να το παιζω και σε λιγο καιρο να φευγει απο την ζωη.Ηταν αρχοντας Δικηγορος στην πατριδα την Κιουταχεια με τεσσερες γλωσες και εξεχον μελος της ελληνικης κοινοτητας.Γιαυτο και εγω ελεγα στον εαυτο μου οτι θα γινω δικηγορος,ασχετα αν μετα το πτυχειο της Ανωτατης Βιομηχανικης γραφτηκα στην Νομικη Θρακης χωρις ομως να γινω δικηγορος.

    • Μαΐου 20, 2014 στο 1:33 μμ

      Αγαπητέ Χαρμαρκ, σε ευχαριστώ πάρα πολύ για το σχόλιό σου. Να σχολιάσω μόνο το εξής: αυτό που θα θυμάται η εγγονή σου χρόνια μετά, δε θα είναι το ποδήλατο, ή το δώρο που κάποτε της έκανες. Τα δώρα του παππού μου τα έχω ξεχάσει. Διότι ήταν ασήμαντα μπροστά στην απέραντη άδολη αγάπη του που ένιωθα πάντα όταν τον συναντούσα. Μια βόλτα, μια κουβέντα, ένα παιχνίδι με το εγγονάκι στην παιδική χαρά είναι πολύ πιο ανεκτίμητα και -όσο κι αν είναι κλισέ- αυτά δεν αγοράζονται με τα χρήματα. Ακόμα θυμάμαι με συγκίνηση το τεράστιο χαμόγελό του όποτε με έβλεπε και μου έλεγε «γεια σου λεβέντη!» και άνοιγε διάπλατα τα χέρια να με αγκαλιάσει. Και φυσικά τις βόλτες που κάναμε στην παιδική χαρά. Το να αισθάνεσαι ότι ένας άνθρωπος σε αγαπάει και σε εκτιμάει και περνάει τόσο χρόνο μαζί σου είναι το καλύτερο δώρο.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Να απολαμβάνουμε την καθάρια, την αληθινή ομορφιά του κόσμου. Η ανθρωπότητα δικαιούται να ζήσει ειρηνικά κι ελεύθερα χωρίς επινοημένες φοβέρες και υπερφυσικά αποκούμπια. wordpress statistics
Για μια νέα Φιλοσοφία


ask2use.com: Υποχρεωτική η αναφορά πηγής
ask2use.com: Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια

Αρχείο

Γράψτε το email σας για να ακολουθήσετε αυτό το blog και να ενημερώνεστε για νέες δημοσιεύσεις.