25
Ιαν.
15

Στιγμές απ’ τον προσωπικό μου χωροχρόνο

Δεν παύει να με εκπλήσσει η ταχύτητα με την οποία ταξιδεύω μες τον χρόνο. Σα να βρίσκομαι μέσα σε ένα τρένο που ολοένα και πιο γρήγορα τρέχει προς το μέλλον. Και όσο μεγαλώνω, τόσο πιο γοργά κινείται το τρένο. Σαν κάποιος να μου κλέβει πρώτα τα δευτερόλεπτα, ύστερα τα λεπτά, τις ώρες, τις ημέρες, τους μήνες… Θέλω να φωνάξω μια στιγμή «στάσου», να καταφέρω να ξεκλέψω μια εικόνα του κόσμου έξω από τα θαμπά τζάμια. Κάποιες φορές το πετυχαίνω. Μα όλο και λιγοστεύουν αυτές οι στιγμές καθώς το βέλος του χρόνου με κυριεύει. Και μόνο στις λιγοστές στάσεις του τρένου καταφέρνω να αφομοιώσω αυτά που είδα και έμαθα στη διαδρομή: τα σημαντικά γεγονότα, τις μυστήριες περιοχές που ταξίδεψα, τις εμπειρίες που χαράχτηκαν ανεξίτηλα στον νου μου.

Μα τώρα μόλις άκουσα το καμπανάκι – φαίνεται πλησιάζουμε στην επόμενη στάση. Το τρένο σταματά. Εδώ μπορώ να δω τα πράγματα έξω από το χρόνο. Για λίγο; Για πολύ; Δεν έχουν νόημα αυτές οι έννοιες, εδώ δεν κυλά ο χρόνος. Και μπορώ να ξετυλίξω τη ζωή μου σα μια ταινία και να ταξιδέψω σε όποιο σημείο του χωροχρόνου επιθυμώ – υπάρχω πια στις τέσσερις διαστάσεις. Παρελθόν, παρόν, μέλλον, όλα αυτά συνυπάρχουν και μπορώ να τα επισκεφθώ με την ίδια ευκολία που κινώ το σώμα μου στο χώρο. Λίγο μπροστά, λίγο πίσω, ή για τις γενναιότερες καρδιές: ένα μακρινό ταξίδι σε παλαιότερους καιρούς. Είναι χιλιάδες οι εικόνες που ξετυλίγονται από τη ζωή μου: δε ξέρω πού να πρωτοσταθώ, ποια στιγμή του χωροχρόνου να επισκεφθώ. Αφήνω το νου μου να με παρασύρει στις χρονο-εικόνες του παρελθόντος μου.

Να, αυτή η εικόνα είναι από το καλοκαίρι του 1997, όταν ήμουν σχεδόν 15 ετών. Κρατώ ένα μικρό κουτί στα χέρια μου, βρίσκομαι κοντά στη θάλασσα και η καρδιά μου κοντεύει να σπάσει από την αγωνία. Με πλημμυρίζει το άγχος, όλη η μεθυστική προσμονή της στιγμής. Ναι, τη θυμάμαι πολύ έντονα αυτή τη βραδιά. Το κουτί περιέχει ένα μικρό δώρο, ένα δαχτυλίδι για μια κοπέλα που μου αρέσει πολύ. Μέρες τώρα προσπαθώ να εκδηλώσω το ενδιαφέρον μου για εκείνη – μα είμαι πολύ δειλός. Περιμένω να εμφανιστεί για να της το δώσω. Ξέρω ότι δε θα εξελιχθούν καλά τα πράγματα. Το έχω ζήσει. Μα αφήνω το χρόνο να κυλήσει: εμφανίζεται η κοπέλα.
-Θα ήθελα να σου μιλήσω, να συνεχίσουμε τη συζήτηση που είχαμε χθες… ψελλίζω με κομμένη ανάσα.
-Δε μπορώ απόψε, με περιμένουν στην παραλία, απαντά η κοπέλα με ύφος απολογητικό.
-Μα στάσου λίγο, ήθελα να σου πω κάτι σημαντικό.
-Αλήθεια δε μπορώ, επαναλαμβάνει έχοντας καταλάβει μάλλον τί ήθελα να της πω.
Μένω να την κοιτώ όπως χάνεται μέσα στη σκοτεινή ακρογιαλιά. Νιώθω απέραντη θλίψη.
Ένας φίλος μου που έβλεπε τη σκηνή από μακριά έρχεται και με βρίσκει σαστισμένο:
-Τι συνέβη;
-Έφυγε… Χάθηκε στην παραλία με τους φίλους της, απαντώ ξεφυσώντας με δάκρυα στα μάτια.
-Λοιπόν, άκου, το δώρο πρέπει να της το δώσεις, για εκείνη το πήρες, τα δώρα πάντα πρέπει να φτάνουν στον προορισμό τους.
-Έχεις δίκιο, του απαντώ προσπαθώντας να ανασυγκροτήσω τις δυνάμεις μου. Φώναξέ τη να της μιλήσω.

Μετά από λίγο η όμορφη κοπέλα ξεπροβάλλει από τη σκοτεινή ακρογιαλιά. Περπατά δειλά γεμάτη απορία και με βρίσκει να στέκομαι μόνος. Τα μάτια της μοιάζουν ανήσυχα, μα με κατακλύζει η ομορφιά της ακόμα κι αυτήν την ύστατη στιγμή.
-Η αλήθεια είναι πως μου αρέσεις πάρα πολύ – σε έχω ερωτευτεί. Ξέρω ότι δε θες να μου μιλήσεις, αλλά σου είχα αγοράσει αυτό το δωράκι και θέλω να το πάρεις, λέω με τρεμάμενη φωνή.
Τα μάτια μου υγρά, το βλέμμα της έκπληκτο, διστακτικό, καρφωμένο στο δικό μου:
-Σ’ ευχαριστώ πολύ, αλλά δε μπορώ να το δεχτώ… απαντά με ένα τόνο θλίψης στη φωνή της.
-Πάρ’ το, σε παρακαλώ, είναι για σένα… Πάρ’ το!
Μιλάω απότομα και αυστηρά – είναι η μόνη μου διέξοδος.
Το αφήνω στο χέρι της κοπέλας που υποκύπτει και χάνομαι μέσα στο σκοτάδι να περπατώ μόνος για ώρες πολλές κοιτάζοντας τ’ αστέρια και νιώθοντας απέραντη μοναξιά – σα να είμαι ο μόνος άνθρωπος πάνω στη Γη. Η εικόνα με θλίβει, βγαίνω έξω απ’ το χρόνο. Θέλω να ταξιδέψω σε κάτι πιο ευχάριστο.

*

Αυτή η χρονο-εικόνα φαντάζει πιο ζεστή: Άνοιξη 1993, 10 χρονών. Στέκομαι δίπλα στον αδερφό μου -εκείνος 14 χρονών- και έχω μία υποψία αγωνίας στα μάτια μου. Εδώ και αρκετούς μήνες, ο νέος ένοικος του σπιτιού μας, ένας ολοκαίνουριος υπολογιστής, με έχει συναρπάσει. Προσπαθούμε με τον αδερφό μου να παίξουμε ένα νέο παιχνίδι, μα είναι αδύνατο να τα καταφέρουμε. Έχω στενοχωρηθεί πολύ. Ο αρχικός ενθουσιασμός μου για το παιχνίδι έχει σχεδόν σβήσει από τις ώρες προσπάθειας και αποτυχίας.
Αφήνω την εικόνα να εξελιχθεί: Ο αδερφός μου κάνει ένα τηλεφώνημα σε ένα φίλο του – προτείνεται μια λύση. Έχω τεράστια αγωνία. Εκτελεί κάποιες πολύπλοκες εντολές ρύθμισης μνήμης, ο υπολογιστής κάνει επανεκκίνηση. Προσπαθούμε να ξεκινήσουμε το παιχνίδι ενώ είμαι σίγουρος για την αποτυχία. Κι όμως! Η οθόνη εμφανίζει το λογότυπο της εταιρείας «Sierra» με μια χαρακτηριστική μελωδία που ακόμα θυμάμαι καλά. Η χαρά μου είναι τόσο μεγάλη που αρπάζω τον αδερφό μου, τον αγκαλιάζω και τον φιλάω πανευτυχής ενώ εκείνος με κοιτάει χαμογελώντας με έκπληξη.

*

Δραπετεύω και πάλι από το χρόνο. Τώρα ο νους μου αγγίζει μια άλλη εικόνα: Χειμώνας 1989, είμαι 7 χρονών. Βρίσκομαι στο δωμάτιο της μητέρας μου, μαζί με εκείνη και τον αδερφό μου και μοιάζουν να θέλουν να μου πουν κάτι σημαντικό. Ξέρω τί θα μου πουν γιατί τη θυμάμαι καλά αυτή τη βραδιά. Θέλουν να μου αποκαλύψουν ότι η μητέρα και ο πατέρας μου έχουν χωρίσει. Αφήνω το χρόνο να κυλήσει:
-Είμαστε χωρισμένοι εδώ και αρκετό καιρό, λέει η μητέρα μου.
Ο αδερφός μου γνέφει. Βάζω τα γέλια:
-Με κοροϊδεύετε; Τους κοιτάω με ένα πονηρό χαμόγελο προσπαθώντας να διαβάσω τις προθέσεις τους.
Ξύνω αμήχανα τα νύχια μου, σίγουρος ότι είναι κάποια φάρσα του αδερφού μου.
Κι όμως τους βλέπω, επιμένουν. Αρχίζω και καταλαβαίνω ότι είναι αλήθεια. Αυτό ίσως να εξηγεί κάπως τη συχνή απουσία του πατέρα μου από το σπίτι, τις συχνές επαγγελματικές υποχρεώσεις, τα αμήχανα γεύματα της Κυριακής.
Νιώθω ότι αυτόματα έχω μετατραπεί -εντελώς τυχαία- σε κάποια ηρωική φιγούρα. «Έχω ακούσει για παιδιά χωρισμένων γονιών, μα δε φαίνεται να είναι τόσο άσχημα τελικά…» σκέφτομαι.

*

Ο χρόνος σταματά και πάλι. Συλλογίζομαι τις χωροχρονικές στιγμές που επισκέφθηκα. Κάτι μου λείπει, θέλω να βρω κάτι πιο θεμελιώδες, κάτι πιο καθοριστικό:
15 Φεβρουαρίου 2003, 20 χρονών. Στην χρονο-εικόνα φαίνεται μία τεράστια αντιπολεμική πορεία στο κέντρο της πόλης. Ένα πανό με συνθήματα, κι από κάτω μια όμορφη, ολόγλυκη κοπέλα με έναν κατακόκκινο σκούφο. Κάποτε θα την αγαπήσω και θα την παντρευτώ – αλλά όχι ακόμα. Έχω καρφώσει τα μάτια μου πάνω της. Ανάμεσα στα βουητά των συνθημάτων και του κόσμου μιλώ σε έναν καλό μου φίλο. Αφήνω το χρόνο να κυλήσει:
-Έχετε πολύ όμορφες κοπέλες στην Πάντειο…
Ο φίλος μου με κοιτάει, χαμογελάει και γνέφει καταφατικά.

*

Μια σκοτεινή στιγμή κλέβει στιγμιαία το νου μου δίχως να τη διαλέξω: 3 Μαΐου 2010, 27 χρονών. Έχω έξοδο από το στρατό -φορώ ακόμα στρατιωτικά και κρατώ στο χέρι το ακουστικό του τηλεφώνου. Αφήνω την εικόνα να εξελιχθεί. Είναι η φωνή του αδερφού μου:
-Είσαι στο στρατό;
-Όχι έχω έξοδο, είμαι σπίτι, γιατί; ρωτώ ανυποψίαστος.
-Λοιπόν άκου, ο μπαμπάς έπαθε έμφραγμα και είναι στο νοσοκομείο σε πολύ σοβαρή κατάσταση, έρχομαι να σε πάρω με το αμάξι.
Κάνω μια παύση ενός δευτερολέπτου, χιλιάδες συναισθήματα με κατακλύζουν… Απαντώ μονολεκτικά:
-Εντάξει.
Στο μυαλό μου αρχίζουν να παίζουν στίχοι του John Lennon «Jai Guru Deva Om – Nothing ‘s gonna change my world».

*

Σα να βρίσκομαι σε κοσμική δίνη, ξαφνικά με απορροφά μια άλλη εικόνα:
Άνοιξη 1994, 11 χρονών. Μόλις έχω γυρίσει στο σπίτι από το σχολείο. Έχω μπει στο σαλόνι και κοιτάζω έκπληκτος ένα θηλυκό κουτάβι σε ένα μικρό καλαθάκι. Είναι μία αναπάντεχη έκπληξη, ένα δώρο από τη μητέρα μου. Είμαι πανευτυχής.

Ταξιδεύω 17 χρόνια μετά: Ιανουάριος 2011, Λονδίνο, 28 χρονών. Μιλάω στο τηλέφωνο, είμαι πολύ μελαγχολικός. Ξέρω τί ακούω. Το κουτάβι του 1994 πεθαίνει 17 ετών σε βαθιά γεράματα.

*

Η ψυχή μου ταράζεται, η καρδιά μου χτυπάει δυνατά μέσα σε αυτό το πανδαιμόνιο των χρονικών στιγμών. Θέλω να δραπετεύσω και πάλι από το χρόνο. Αναζητώ μια νοητή αγκαλιά, κάτι να με παρηγορήσει. Θυμάμαι τον παππού μου. Ταξιδεύω στον χειμώνα του 1993, όταν ήμουν 11 χρονών. Είμαστε στο αυτοκίνητο και κοιτάζω τον παππού μου με μεγάλα έκπληκτα μάτια να μου μιλάει με βαθιά ζεστή φωνή χαμογελώντας. Αφήνω το χρόνο να κυλήσει:
-Υπάρχει κάτι που είναι ταχύτερο ακόμα και από το φως. Ξέρεις ποιο είναι;
-Όχι παππού, ποιο είναι;
-Ο νους του ανθρώπου! Γιατί σαν κλείσεις τα μάτια, μπορείς μεμιάς να ταξιδέψεις με το νου σου σε οποιοδήποτε μέρος ή χρονική στιγμή επιθυμείς… Είναι φοβερή η δύναμη του μυαλού!

Πόσο δίκιο είχε ο παππούς! Ένα τέτοιο ταξίδι βάλθηκα κι εγώ να κάνω τούτο το παράξενο χειμωνιάτικο βράδυ διασχίζοντας χρόνια και αποστάσεις. Σα να ακούω όμως το τρένο να σφυρίζει και πάλι. Τα τζάμια θολώνουν καθώς ο χρόνος με κυριεύει, το ταξίδι προς το μέλλον ξεκινά.

Advertisements

0 Responses to “Στιγμές απ’ τον προσωπικό μου χωροχρόνο”



  1. Σχολιάστε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Να απολαμβάνουμε την καθάρια, την αληθινή ομορφιά του κόσμου. Η ανθρωπότητα δικαιούται να ζήσει ειρηνικά κι ελεύθερα χωρίς επινοημένες φοβέρες και υπερφυσικά αποκούμπια. wordpress statistics
Για μια νέα Φιλοσοφία


ask2use.com: Υποχρεωτική η αναφορά πηγής
ask2use.com: Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή χωρίς άδεια

Αρχείο

Γράψτε το email σας για να ακολουθήσετε αυτό το blog και να ενημερώνεστε για νέες δημοσιεύσεις.